«Στο τηγάνι»
της Κατερίνας Μαριάτου

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Ήταν κάτι που από παιδί δεν μπορούσε να το προσδιορίσει μέσα στο στόμα του. Του συνέβαινε συχνά αιφνίδια, έτσι του έλεγε, μα το είχε παρατηρήσει πως κάτι το έφερνε στην επιφάνεια σαν περπατούσε άσκοπα και με μια αλήτικη διάθεση. Έβγαινε να ξεσκάσει όταν δέσμιος της όρεξης για κάτι πρόχειρο ξεροκατάπινε στον λαιμό ατόφια λάγνα πείνα…τότε ερχόταν μπρος στα μάτια του η ίδια εικόνα. Κάθε φορά που τις έβλεπε να κοχλάζουν τσιγαρισμένες βγάζοντας από το σώμα τους, αντί οργασμικές φωνές, αυτές τις μικρές μπουρμπουλήθρες που δεν κατάφερναν να ανυψωθούν στον αέρα. Τότε έπιανε στον εαυτό του ένα σπασμό σαν τικ μέσα στην στοματική κοιλότητα. Γλώσσα σε ακανόνιστη κίνηση να τινάζεται προς τον ουρανίσκο αναζητώντας το γνωστό μούδιασμα που του προκαλούσε το άγγιγμα τους στον σπηλαιώδη θόλο της υπερώας του. Ύστερα μ’ ένα εναγώνιο αλυχτάρισμα πνιγμένο στο σάλιο της, να γλιστρά στις εσοχές, ανάμεσα στα δόντια, όπου σαν λαγωνικό έψαχνε απομεινάρια της σάρκας τους που τρύπωναν εκεί. «Έπλυνα τα δόντια μου…», αναστέναζε απαλά, σαν να έλεγε στον εαυτό του τον επικήδειο της παιδικής του ηλικίας.

520e1897334300ef23176671578af425

Το τραγανό τους, ασυμβίβαστο με το αλμυρό μούδιασμα. Γιατί τον πάθιαζε τόσο το αταίριαστο χλωριούχο νάτριο όπως κι όταν έβλεπε στο ταβάνι του καθιστικού εξογκωμένα γύψινα μπαρόκ ; Απ’ την άλλη το σαρκώδες απαλό κορμί τους αχνιστό κάτω από το ηλιοκαμένο δέρμα τους, πώς αναδύονταν στα σκοτεινά, μέσα στην πορφυροειδή κρεβατοκάμαρα του, σαν απασφάλιζε λαίμαργα τα χείλια για να εισέλθουν στον νυμφικό στοματικό του θάλαμο; Ναι, αυτό είχε κάτι το σαφέστατα γλυκό στην ακρώρεια από το γλωσσίδι του. Σχετιζόταν άραγε με το αμυλώδες χρώμα τους, που έβλεπαν εκτός από τις διογκωμένες κόρες του, όλο καμάρι και τα ομόχρωμά τους δόντια του; Κάθε πρωί μόλις άνοιγε την μπουκαπόρτα χαμηλώνοντας την κάτω γνάθο για την πρώτη οξυγόνωση στο χασμουρητό, η βουτυρώδης επίστρωση της οδοντικής οροσειράς έφερνε την αίσθηση της δικιάς τους κρεμώδους «καλημέρας» στην ανάσα του. Τότε βαρύθυμα επανερχόταν στην πραγματική του ηλικία, εκείνη της αστυνομικής του ταυτότητας.

«Πραγματική» ταυτότητα και «πραγματική» ηλικία…

Αν ήταν στο χέρι του δεν θα είχε τον παραμικρό δισταγμό να αλλάξει το επίθετο της μητέρας του με το όνομα τους. Όλη την στοργή και την τρυφερότητα που είχε η μακαρίτισσα για εκείνον τα ένιωθε σε μια παλάμη γεμάτη από αυτές στην δακρυσμένη απορροφητική χαρτοπετσέτα. Όταν λοιπόν πήγαινε στο λουτρό για να πλύνει τα δόντια του, εκείνος ζούσε την διαδικασία σαν μια γυναίκα που κάνει μακιγιάζ. Αναμειγνύοντας την οδοντόκρεμα με την απαλή στοργή κρατούσε αυτό το μίγμα για πάνω από πέντε λεπτά στο φράγμα των παρειών, πριν το ξαφρίσει στον νιπτήρα με την πρόφαση κάποιου παλιού κανόνα στοματικής υγιεινής. «Έπλυνα τα δόντια μου…», χαμογελούσε πονηρά κοιτάζοντας στον καθρέφτη, σαν να ξανάκανε κάθε πρωί την ίδια παιδική ζαβολιά.

Δεν είναι ίδιες, του είπαν σε ένα ταξίδι του στην Φλάνδρα, εκείνες που γίνονται αλοιφή με εκείνες που φουρνίζονται ή που κολυμπάνε στα αναβράζοντα νερά. Οι δικές του έχουν άλλο χρώμα, άλλη υφή, άλλη κορμοστασιά. Αυτό το τελευταίο το κατάλαβε όταν είδε την κοπέλα του έρωτα να του σερβίρει την αγάπη της μέσα τους. Ενώ τρεμόπαιζε το χεράκι της την κρίσιμη ώρα, μια από αυτές τις ατιμούλες γλίστρησε από το πιάτο στο τραπεζομάντηλο. Είδε απαλά εκείνη να πιάνει με τα δυο της δάχτυλα, αντίχειρα και παράμεσο, το μισοφέγγαρο από το τραπέζι και να το βάζει σαν λίμνη που ρουφά στον βυθό της το γευστικό φως που προοριζόταν για τον ίδιο. Το κείμενο που τώρα γράφει είχε ήδη αρχίσει πριν καλά καλά η ίδια του το ζητήσει. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ένιωσε να του αφαιρούν την στοργή που εσώκλειαν πάντα γι’ αυτόν, μα την έβλεπε να κινεί όλη της την ύπαρξη σε χάδια. Με ένα μεταμορφωτικό κάτοπτρο στην αντιφεγγιά μια φλόγας στο παρακείμενο τζάκι, είδε τον εαυτό του να καίγεται όπως εκείνες, εκκρίνοντας τις γνωστές «μπουρμπουλήθρες που δεν κατάφερναν να ανυψωθούν στον αέρα». Άλλωστε ήταν γι’ αυτόν ζήτημα καλών τρόπων. Γύρισε την σκέψη στα παλιά, όταν έκανε την πρώτη του ευχή σαν βρέθηκε ξενιτεμένος, έχοντας τες για μοναδική του συντροφιά στο υπόγειο ενός άσημου εστιατορίου. Τότε που έχοντας μόλις 45 δολάρια για τροφή τεσσάρων μηνών, είδε την ζωή να του χαρίζει την ελευθερία μέσα στο καυτό λάδι . «Έπλυνα τα δόντια μου…», ψέλλισε τότε, κι ονειρεύτηκε στο τραγανό φιλί της, την γεύση από τις τηγανιτές πατάτες.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *