Στα Ξεκούδουνα
του Σπύρου Γιανναρά

Τότε, που λες, το κριάρι μεταμορφώθηκε μπροστά στα μάτια μου. Ορθώθηκε στα δυο του πισινά πόδια και πήρε και ψήλωνε, ψήλωνε κι απλωνόταν σαν τον καπνό της καμινάδας. Πριν το πολυκαταλάβω, μπροστά μου στεκόταν ο ίδιος ο Αη Γιάννης ο Αποκεφαλισθείς, με σάρκα και οστά.

Ἐπιτύμβιον
Μανώλης Αναγνωστάκης

Όταν κάποιος πεθαίνει, όλα τελειώνουν. Τι νόημα έχει να θυμόμαστε τα παλιά; Αφού πάει, τέλειωσε. Ας γράψουμε μια αγιογραφία για τον άνδρα που χάθηκε να δείξουμε και ανωτερότητα. Κι έτσι, μια και είμαστε σε περίοδο αγιογραφιών, ο Ημεροδρόμος αναδημοσιεύει Μανώλη Αναγνωστάκη. Κι εμείς με τη σειρά μας συμβάλουμε το μερτικό μας.

Ο διάβολος του δικηγόρου
του Βαγγέλη Πιτσιρίνη

Τώρα τι είχε αλλάξει; Τα κορόιδα ήταν εξίσου πολλά, όμως το λίπος τους είχε φαγωθεί. Για να καταφέρνει να αντλεί ηδονή από τις υποθέσεις της πλέον, χρειαζόταν να χρησιμοποιεί ολοένα και πιο ριψοκίνδυνες μεθόδους, σε μια χρονική συγκυρία μάλιστα που οι έλεγχοι είχαν δεκαπλασιαστεί και κανείς δεν χαριζόταν κανενός. Αλλά τα γνήσια τσακάλια, πάντα έβρισκαν και θα βρίσκουν τον τρόπο για να διαφεύγουν. Αυτή ήταν και η μόνη χαρά που τους είχε απομείνει με δεδομένη πια την δραματική μείωση των κερδών τους.

Ισαάκ. 1917-1967-2017
του Κόστα Νευροκοπλή

Μπαίνω στο γραφείο του για να παραλάβω τον φάκελο που μου έχει αφήσει. Πάνω από την καρέκλα ο διάσημος πίνακας του Klee Angelus Novus. Καδραρισμένο ένα ποίημα που δεσπόζει στον τοίχο, αριστερά του καναπέ. Είναι πρόδηλα τοποθετημένο, με τέτοιο τρόπο που να είναι σε θέα μόνο εκείνου που θα καθόταν στο γραφείο. Παίρνω την θέση στο γραφείο του και ανοίγοντας μηχανικά τον φάκελο το διαβάζω:

TELETOMANIAC
του Κόστα Νευροκοπλή

Πίνει ένα ζεστό καφέ και απόβραδο πια ξεκινά για την βραδινή του βόλτα στον Ποταμό. Η ομίχλη δίνει μυθική εικόνα όσο σιμώνει στα σπίτια. Τα δύο επιβλητικά οικοδομήματα της τράπεζας και της εκκλησιάς ερωτοτροπούν αντικριστά. Ξαναθυμάται τον Κρητικό και την κουβέντα του με τον ερημίτη Μακάριο. “– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; – Όχι πια, παιδί μου. Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό. – Με το Θεό ! κι ελπίζεις να νικήσεις; –Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου.”

Μικρή ανάρτηση για βιβλιόφιλους!
του Δημήτρη Γκιώνη

Ανήκω σ’ αυτούς που είναι –και παραμένουν– λάτρεις του βιβλίου και της ανάγνωσης. Γι’ αυτό μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι με την επέλαση των ηλεκτρονικών το βιβλίο θα καταντήσει μουσειακό είδος. Μου είναι δύσκολο –να προσθέσω– το ότι η ανάγνωση μ’ ένα βιβλίο στο κρεβάτι, στην πλαζ ή όπου αλλού, η αίσθηση του τυπωμένου και η συντροφιά μιας βιβλιοθήκης θ’ αντικατασταθούν από κάποιο ηλεκτρονικό μαραφέτι…

Η καλύβα στο βουνό, II
του Ανδρέα Κουτσουβά

Πάντοτε με περίμεναν με τσιριχτές από το κρύο φωνούλες και πετώντας κάτω-πάνω απ’ τη συκιά άνοιγε το πρωινό χαρούμενο όταν οι αχτίνες μάς έφταναν στο προαύλιο και με χαρούμενα τιτιβίσματα πετούσαν όλο και πιο κοντά μου ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μου, αλλάζαμε φιλικές ματιές, ψιθύριζα χαριτωμένες ζεστές λεξούλες αγάπης που τις γνώριζαν…

Εις Θεόν, Zygmunt…

του Δημήτρη Ουλή

Αν με την έννοια ‘‘αυθεντίες’’ υπονοούνται οι Μεγάλοι Δάσκαλοι –άνθρωποι, δηλαδή, οι οποίοι μας έμαθαν να στοχαζόμαστε καθολικά και κριτικά, μας εισήγαγαν στο πνεύμα της εποχής, μας ενέπνευσαν το πάθος της φιλαναγνωσίας και της έρευνας– τότε θα έλεγα ότι η οδύνη μου για την απώλειά τους είναι βαθύτατη…

Η καλύβα στο βουνό, Ι
του Ανδρέα Κουτσουβά

Κουρασμένος από τις πορείες στα γύρω βουνά και βουνοκορφές και πλαγιές όπου πάντοτε χανόμουν διότι άμα είσαι μονάχος όλο χάνεσαι καθώς βυθίζεσαι μέσα στον κόσμο και δεν ευρίσκεις τίποτε και νομίζεις ότι έχεις χαθεί μέσα στο όνειρο της μυστικής πολιτείας κι η μοναξιά σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι άλλο από την αναζήτηση μου για την χαμένη και ξεχασμένη πατρίδα των φιλοσόφων…