ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΠΟΙΗΣΗ
5. Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956)
επιλέγει – σχολιάζει ο Δημήτρης Κουτραφούρης

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Ο ποιητής καταγόταν από τα Τζουμέρκα, γεννημένος και μεγαλωμένος στα βουνά. Ξερριζωμένος στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία αναθυμάται τους Προγόνους.

Σκυφτοί στο γούπατο γιά σκόρπιοι στο ριζό,
με τον καημό σας ανασταίνομαι και ζω.
[…]
Σκιάζονταν τ’ άδικο, κρατούσαν τις γιορτές
[…]
Ούτε χωράφια είχαν πολλά, ούτε ζωντανά
[…]
Άλλους τους πρόφτασα όταν ήμουνα παιδί,
κι άλλους τους έχω ακούσει, δεν τους έχω ιδεί.

2016-12-22-1-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b1%cf%82-2

Τον απασχόλησε πολύ η αποστολή του ως γραφιά που μιλάει σταράτα, ως έντιμου ανθρώπου που καμμία στέρηση δεν τον σπρώχνει στον συμβιβασμό.

Αυτός που αθάρρευτος, σαν όλοι απ’ τα βουνά,
μπήκε στην πολιτεία με τα πολλά στενά
και μοσκοτρώγοντας καρβέλι αντίς μπομπότα
παιδεύτηκε πολύ για γράμματα, για φώτα,

νυχτοδουλεύοντας χρόνια μισοτιμής,
πρόθυμος για δουλειά, στο πάρσιμο ατζαμής,
αλλά και βαρετός κοντεύοντας να γίνει
με την αδύναμη κείνη ντροπαλωσύνη,

κι έτσι που δείχνονταν μη βλέποντας καλό,
τον άκακον αφού τον παίρνουν για λωλό,
σαν είδε κι έπαθε χωρίς να διαφορέψει
(μόνο που τα μαλλιά του πέσαν απ’ τη σκέψη),

στα τριάντα τόσα του γύρισε στο χωριό
για λάχανα της γης βελάνια των κλαριώ
κι από το φόβο του ξεβγήκε καπετάνιος,
αυτός ο από καιρό μισοάρωστος γραφιάνος.

Ανέβηκε στο βουνό, γνώρισε τον Άρη. Η κατοπινή μεροληψία ίσως δεν μας επιτρέπει να δούμε αυτό που έβλεπαν καθαρά οι σύντροφοί του, έναν ήρωα του ’21 μαρξιστή, έναν λαϊκό αγωνιστή που έβαζε πάνω από τις αποφάσεις του Κόμματός του το ριζικό της φυλής του. Ο θρήνος του δεν έχει μεγαλοστομίες, είναι ειλικρινής και απλός σαν ηπειρώτικο μοιρολόι.

Ωχ, Άρη, δεν το λόγιαζα, πιστός σου εγώ, θυμήσου,
να γίνω τόσο γλήγορα και μοιρολογητής σου.
Μα όχι, δεν πρέπουν κλάματα σ’ εσέ, δεν πρέπουν θρήνοι,
παρά για μέθυσμα κρασί να πιω με το λαγήνι
κι αλαλιασμένος, με το νου φευγάτο, δίχως γνώμη,
για τ’ όνομά σου, δεύτερα και για το παρανόμι,
προς τα ηπειρώτικα βουνά κοιτώντας τάχα πέρα,
κουμπούρα μια και δυο βολές ν’ αδειάσω στον αέρα
και ματαπάλι, να βροντάει άπαυτα μέσαθέ μου
σα διπλοκάμπανο ή καθώς τρουμπέτα του πολέμου,
για να δοκιέμαι, τρέμοντας ως μες στο φυλλοκάρδι,
το χρέος οπόχουν το σκληρό, στα χρόνια μας, οι βάρδοι.

Οι αντάρτες, όταν άκουσαν την πρώτη απαγγελία του, τού ζητούσαν επίμονα να γράφει τραγούδια, γιατί αυτά τους λείπανε στο βουνό. Εκείνος έγραψε την «Επανάσταση». Όσο κι αν μας τρομάζουν σήμερα οι απειλητικοί του στίχοι, έχουν την έντιμη τρυφερότητα της εξέγερσης και την ισιάδα των ανθρώπων του βουνού.

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κομποδιάστε τα κλεμένα,
κρύψτε και τ’ ασημικά σας να τα χαίρεται η σκουριά
Θα ’βγουμε κι εμείς παγάνα, θα σας εύρουμε ως τον ένα,
και στην πόλη μέσα αν είστε και στ’ απόμερα χωριά.
[…]
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Φυλακές και ξερονήσια
κι οι κλωτσιές στα κρατητήρια και οι χαφιέδες στα γιαπιά
μας διδάξανε να βρούμε τους δημίους αλύπητα, ίσια
σαν το φίδι που του δίνουν κατακέφαλα χτυπιά.
[…]
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Να, ξυπνάει ο μιναδόρος
και της θάλασσας ο μούτσος κι ο λιγόλογος σκαφτιάς.
Πες και πες οι απλοί διδάχοι, στα στερνά θα πιάσ’ ο σπόρος
κι είναι πια φουρτούνας βόγγος η φωνή της εργατιάς.
[…]
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Πρόστυχοι καλαμαράδες
με ψυχή ξεπουλημένη γράφανε κατεβατά
που γινόταν απ’ το κράτος φημερίδες και φυλλάδες
να στραβώνετ’ ο καθένας, να φλομώνεται μ’ αυτά.
[…]
Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Δες που σήκωσε κεφάλι
κι όλο δείχνει τη γροθιά του προλετάριος τρομερός.
Δε σας αξίζ’ η εξουσία και γι’ αυτό την παίρνουν άλλοι.
Κατευόδιο, άρχοντές μου! Βλέπετε, άλλαξ’ ο καιρός.

2016-12-22-1-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b1%cf%82-3

Αντιμοντερνιστής, κατηγορεί αδίκως (αλλά μπορώ να τον νοιώσω καλά) όλους εκείνους που τραβούν μια Ποιητική «Πάντα στους μαιάνδρους και τις καταχνιές, μακριά απ’ την ξαστεριά και την ισιάδα».

Γράφω για τους πολλούς, αγαπητέ και μη
με μπλέξεις με σοφίες που δεν καταλαβαίνω,
γιατ’ έχω αποστραφεί το λόγο το στριμμένο
κι ο στίχος μου είναι σαν της τάβλας το ψωμί.

Ατόφιο σώμα κλει το ντύμα το αλαφρό
κι η γλώσσα μαρτυράει αλύγιστο χωριάτη
που πέφτει στη δουλειά με τη γερή του πλάτη
κι είν’ έτοιμος να μπει σ’ αγώνα πιο σκληρό.

Παραδοσιακός, με ρωμαλέες προνεωτερικές αναφορές, παιδί του αγροτικού περιβάλλοντος, νέος της φτώχειας και της εξέγερσης, γόνος μιας γλώσσας μεστής νοήματος κι αισθήματος. Ωστόσο, η θεώρηση της Παράδοσης είναι ενεργητική, δίχως αρνητισμό ή νοσταλγία.
(Οι πολιτισμικές καταβολές του Κοτζιούλα, η ιδιοσυγκρασιακή προσήλωσή του στις παραδοσιακές μορφές, ο ενισχυμένος από τη στιβαρή κλασική παιδεία ορθολογισμός του, το αριστερής καταγωγής αίτημά του για μια τέχνη κατανοητή από τους πολλούς τον έθεταν στον αντίποδα του μοντερνισμού και τον έκαναν να είναι εναντίον εκείνου που θεωρούσε ως κυριαρχία του αστικού κόσμου στο πεδίο της τέχνης.)

Άμοιαστα πρόσωπα φωτίζει η νέα η μέρα,
πουλάκια αλάλητα σε αμάζωχτη σοδειά.
Πάει απ’ το σπίτι ο βαρύς ίσκιος του πατέρα!
Ποιος άλλος από μας θα πάρει τα κλειδιά;

Μην τρέμεις, χέρι που’ χες άδικα ματώσει,
πάντα έτσι πικραμένα σώνεται η φωνή.
Άλλοι έρχονται πίσω από μας και μ’ άλλη τόση
φούρια θα τους αμπώχνουν οι κατοπινοί.

Η ποιητική ερμηνεία του εαυτού –ιδίωμα χαρακτηριστικά μοντέρνο– τον βασανίζει ως το τέλος. Η λύση που βρίσκει, συνήθως, σαρκαστική.

Έναν καιρό δεν ήθελα ούτε / να βλέπω ανθρώπινη θωριά.
«Βρέστε του (και μην τον ακούτε) / γυναίκα», λέγαν στα χωριά.
Αργότερα θα μ’ έχουν βάλει / με δυο σειρές στο λεξικό.
Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι, / θα γίνει ντόρος και κακό.

Ο Κοτζιούλας ήταν ο μόνος νεοέλληνας ποιητής που έζησε και έγραψε πλάι στους αντάρτες, ωστόσο υπήρξε ο μεγάλος αδικημένος των γραμμάτων μας. Το έργο του είχε περιθωριοποιηθεί και μεγάλο μέρος του, ακόμα και σήμερα, παραμένει ανέκδοτο. Η περιθωριοποίησή του οφειλόταν στο ότι ήταν παραδοσιακός ποιητής, επαρχιώτης, φτωχός και … αριστερός. σε μια εποχή που Αριστερά εσήμαινε –εκτός απ’ όλα τ’ άλλα– ελπίδα στην έξωθεν σωτηρία.

Ράτσα απάνθρωπη, φυλή βασανιστών,
ποιος μαύρος δαίμονας που εχθρεύεται την πλάση
σας έχει ως τις ακρογιαλιές μας κατεβάσει,
στίφος πειθαρχημένο, ορδή στρατιωτών;

Αλλά η Αρκούδα η Κοκκινότριχη αγρυπνά.
Και σαν κατεβασιά βουερή θα ξεμπουκάρει,
κατακλυσμός και καθαρμός, να συνεπάρει
κατηφορίζοντας κοιλάδες και βουνά.

Τότε δημιουργία πρωτόφαντη θα βγει.
Κι αφού της αδικίας θα λείψει το βασίλειο,
μήνυμα ειρήνης θα δονήσει την υφήλιο
και θα ξυπνήσει μ’ αναστάσιμο ύμνο η γη.

Κλείνω αυτήν την μικρή περιδιάβαση στο ποιητικό σώμα του Γιώργου Κοτζιούλα με τους στίχους που αφιερώνει σε έναν άλλο ιδιοφυή απόκληρο της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας, τον ‘‘ασύγκριτο’’ Αλέξαντρο Παπαδιαμάντη:

Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα˙
κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;
Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα.
δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ’ ουρανού.

2016-12-22-1-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b1%cf%82-4


Πηγή των αρχείων που ανθολογώ είναι σελίδες στο διαδίκτυο με κείμενα του Νίκου Σαραντάκου, της Σοφίας Κολοτούρου, του Μιχάλη Μακρόπουλου, του Ν.Α.Παπαδάκη και του Κώστα Τραχανά.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *