Κρίσιμες Business
του Βαγγέλη Πιτσιρίνη

V.“Ταρώ του Έρωτα” (τρίτο μέρος και τελευταίο)

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

(Το δεύτερο μέρος εδώ)

Και κοίτα να δεις που τελικά, αυτά τα γραφεία όπου σε υποδέχονται με λαμπερά χαμόγελα μέχρι τα αυτιά, πρόσωπα νεαρά γεμάτα φρεσκάδα, που με τα ακατέβατα ετούτα χαμόγελα θυμίζουν βατράχια, κάνουν δουλίτσα. Αναλαμβάνουν προς μεγάλη σου ανακούφιση όλη την απαιτούμενη γραφειοκρατία, αφού πρώτα σε έχουν περάσει από βασανιστικές πολύωρες ανακρίσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων σημειώνουν ό,τι θεωρούν πως μπορεί να πουληθεί σαν υπηρεσία εκ μέρους τους πάνω σε λευκούς μεταλλικούς πίνακες με μαύρο –ενίοτε και πράσινο- μαρκαδόρο. Σκοπός της ανάκρισης είναι να στριμώξεις την αρχική σου ιδέα σε μια πολύ σφιχτή, συγκεκριμένη φόρμα: τι θα κάνεις, πού θα απευθύνεσαι, τι οφέλη προσδοκείς να κερδίσεις, μέσα σε πόσο χρόνο και για πόσο ακόμη και άλλα τέτοια. Η δική μου ιδέα ήταν πάρα πολύ απλή και απλοϊκή συγχρόνως: έψαχνα τρόπο να λέω τα ποιήματα σε ανθρώπους που θα με πλήρωναν για αυτό.  Και το δυσκολότερο κομμάτι αυτής της διαδικασίας, που ήταν να ξεπεράσω την ντροπή μου και να τους το εμπιστευτώ, το είχα από μεριάς μου ολοκληρώσει. Εκείνοι από την άλλη, προσπέρασαν με εντυπωσιακή απάθεια το πνεύμα της επιχειρηματικότητας που τους είχα ξεδιπλώσει και όταν τους ρώτησα πια, μα καθόλου περίεργη ιδέα δε σας φαίνεται, με ενημέρωσαν ότι το επάγγελμα του μέντιουμ, στις αμέτρητες παραλλαγές του, ήταν ένα από τα πιο συνηθισμένα που έφταναν να χτυπήσουν την πόρτα τους. Ήταν χιλιάδες εκεί έξω που έκαναν από το σπίτι τους, το τηλέφωνό τους, την τηλεόραση, το ίντερνετ, στη μέση του δρόμου, σε έρημα χωριά, σε πολύβουες πόλεις, το ίδιο που ετοιμαζόμουν να κάνω την επόμενη μέρα κι εγώ.

Ο ανταγωνισμός λοιπόν θα ήταν σκληρός. Ο κόσμος γεμάτος τσαρλατάνους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει τη ζωή του. Λες κι εγώ, το ίδιο δεν ετοιμαζόμουν να γίνω; Και όμως. Σκοπός μου εμένα δεν ήταν να ξεγελάσω κανέναν. Ίσως δύσκολα μπορεί να το αντιληφθεί κανείς, αλλά ο δικός μου σκοπός ήταν να απομακρύνω τους ανθρώπους από τη μαγεία, από την εθελούσια υποταγή τους στο μοιραίο. Εγώ ονειρευόμουν να κάνω κάποτε τον καθένα να συνθέτει τα δικά του ποιήματα, να πλάθει το δικό του ζυμαράκι από λέξεις και να το τραβάει, να το μαζεύει, να το ξεχειλώνει, να του αλλάζει τα φώτα, μέχρι που από αυτό να βγει νόημα και σκοπός. Να γίνει τότε και ο ίδιος σκοπός, να αποκτήσει και ο ίδιος νόημα. Αν αυτό που ονειρευόμουν ήταν καταδικασμένο να πάρει αιώνες μέχρι να ευοδωθεί, να ένας λόγος παραπάνω καθώς θα έχω πεθάνει σαν μικρό χαλικάκι στη θεμελίωση της οικοδομής, να αποζημιωθώ συμβολικά όσο ακόμα θα ζούσα.

Αποζημίωση, δηλαδή πληρωμή. Χρήματα ζεστά απευθείας από τη πιστωτική τους κάρτα στον τραπεζικό μου λογαριασμό. Την ώρα που θα καλούσαν τον ειδικό αριθμό μου, ή θα συνομιλούσαμε μέσω συνδρομητικής υπηρεσίας γραπτώς στο messenger. Αυτές τις δυο υπηρεσίες επέλεξα μόνο. Ούτε προσωπική επαφή, ούτε βίντεο-κλήση. Η μούρη μου δεν υποστήριζε τέτοιο εγχείρημα, εκεί που άλλοι το στηρίζουν στη μούρη τους και μόνο. Καθένας με τα ταλέντα του λοιπόν και τα παιδιά του γραφείου, να το παραδεχτώ, είχαν ταλέντο στη δουλειά τους και επιβεβαιώθηκε αυτό, όταν ρίσκαρα να παραιτηθώ από τον τίτλο της επιχείρησης που επέμενα να θεωρώ πιο δόκιμο (Τα Ταρώ του Έρωτα. –Ρώτα Τώρα τον Ερωτάτα!) προς χάριν εκείνου που με ικέτευαν να υιοθετήσω εκείνοι (Ταρώ του Έρωτα- Ρώτα με τώρα!), το οποίο και  αποδείχτηκε στην πράξη  πιο πιασάρικο και προσιτό στην αντίληψη του μέσου πελάτη. Ήταν που είχα αποφασίσει πως θα τα έκανα όλα διαφορετικά αυτή τη φορά, ακόμα κι αν σήμαινε να κάνω και κάποιες υποχωρήσεις.

dikomou

…επέμενα να θεωρώ πιο δόκιμο

Και αφού τελείωσαν τα διαδικαστικά και το μικρό μου επιχειρηματικό πλεούμενο έλυσε κάποτε κάβους για τους άγριους και ανεξερεύνητους ωκεανούς των ορέξεων της αγοράς, μια τρομακτικά νέα περίοδος ξεκίνησε για τη ζωή μου. Πως θα βρισκόμουν σύντομα να συνομιλώ με αγνώστους για ολότελα άγνωστά μου γεγονότα, ήταν κάτι αναμενόμενο και για ετούτο είχα ιδιαίτερα προετοιμαστεί. Να βλέπω δηλαδή στον κάθε άνθρωπο όλους τους ανθρώπους του κόσμου μαζεμένους και να καταφέρνω να αναπλάσω μια αποδεκτή προσωπική υπόθεση που να τέμνει στη μέση τη δική μου παντελή άγνοια με τη δική του φαντασιακή προσδοκία. Πως θα ήμουν αναγκασμένος να μένω ξάγρυπνος μέχρι αργά τις νύχτες και παράλληλα να ξυπνώ νωρίς τα πρωινά (αυτές είναι οι ώρες που βασανίζεται για το μέλλον του ο κόσμος) και αυτό  σε κάποιο βαθμό προαποφασισμένο. Εκείνο όμως που με τρόμαξε βαθιά, υπαρξιακά, ήταν πως για να καταφέρω να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις των πελατών μετα-λέγοντας τους στίχους των ποιημάτων, έπρεπε να πιστεύω και ο ίδιος αυτά που έλεγα. Αν κατέρρεε αυτή η συνθήκη, ράγιζε όλο το σύμπαν που στηνόταν λέξη λέξη για τον καθένα ξεχωριστά, τα τοιχώματα ενάντια στην πραγματικότητα έμπαζαν νερά κι εγώ από τον πανικό μου έχανα την ικανότητα να ξαναχτίσω την φούσκα που μας έκρυβε, εμένα κι αυτόν, ενώ τα λεπτά τρέχανε και η χρέωση αύξανε αφήνοντας τον πελάτη δυσαρεστημένο.

Με τον καιρό και την τριβή, συνήθισα ίσα που να μην αποτρελαθώ την παρουσία μου στους μύριους κόσμους που γεννούσε το στόμα μου και οι πελάτες μου ευχαριστιόνταν και  σταθεροποιούνταν. Και η ζωή μου στήθηκε τέσσερα χρόνια πάνω σε αυτό το ρυθμό. Στριμωγμένος ανάμεσα στο κινητό, τον υπολογιστή, το λυτρωτικό κρεβάτι της ξεκούρασης. Πρόσφατα χωρίς εκείνη και την ανάμεικτων συναισθημάτων παρουσία της, από τη μέρα  που με άφησε -ελεύθερο ξανά να απολαμβάνω την αγαπημένη μου σοκολάτα μόνο – και τά ‘φτιαξε με τον Ταχυδρόμο του δέκατου τρίτου ποιήματος –ήταν γεννημένος βλέπεις και Γενάρη. Σταθερά ωστόσο με τους κυριακάτικους καφέδες με τον άνθρωπο που με ενέπνευσε, χωρίς να φαντάζεται πού με οδήγησε με την εμμονή του, ώστε να καταφέρω να έχω πλέον τη δική μου «μπίζνα» και να βγάζω αρκετά, πιο πολύ και από ικανοποιητικά λεφτά. Το ίδιο ξινός, το ίδιο ερεθιστικός,  να συνεχίζει να με κάνει να θέλω να τον ταπεινώσω κάποτε και έτσι να συντηρεί αναμμένα τα κάρβουνα στην καρέκλα μου για να συνεχίσω.

%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83

...αποδείχτηκε στην πράξη πιο πιασάρικο.

Θα μπορούσα σίγουρα να βγάζω περισσότερα. Οι πελάτες πάντα σε πιέζουν για συγκεκριμένες, χειροπιαστές, εντυπωσιακές προβλέψεις, του τύπου: μην πας αυτό το ταξίδι γιατί θα έχεις ένα ατύχημα στο αριστερό σου πόδι. Πολλοί τουπίκλην συνάδελφοι τολμούν και το κάνουν. Ρίχνουν ρουκέτες και όποιον πάρει ο Χάρος. Η πρόβλεψη είναι συντριπτικά πιθανότερο να αποτύχει, όμως το κόστος, αν δουλεύεις έτσι, μπορείς να το ανεβάσεις πολύ. Εγώ προτιμούσα να έχω σταθερούς πελάτες που μυούνται στη δική μου μέδοθο και δεν ψάχνουν σαν τοξικομανείς για έτοιμες λύσεις. Καμμιά φορά, μου βγαίνανε τέτοιες γραμμές που τις ξεπέταγα γρήγορα, και από δω παν κι άλλοι. Ποτέ δεν θα τολμούσα να κάνω συγκεκριμένη πρόβλεψη και να ξεγελάσω τόσο φανερά τον άλλον. Εκτός και αν.

Εκτός και αν δεν επρόκειτο για πρόβλεψη ακριβώς, αλλά για αναγνώριση. Όπως λέμε ίσως αναγνώριση του αριθμού που καλεί το επαγγελματικό μου τηλέφωνο. Ενός αριθμού που τον γνωρίζεις τόσο καλά, χρόνια απέξω και ανακατωτά, που νομίζεις ότι δεν βλέπεις νούμερα, αλλά το πρόσωπο, τα μάτια, τα μαλλιά του ανθρώπου που σε καλεί να αναβοσβήνoυν στην οθόνη. Ήταν ένα από τα λίγα απογευματινά τηλεφωνήματα, σε μια ήσυχη ώρα, που το τηλέφωνό μου χτύπησε και ήταν εκείνος! Στην αρχή νόμισα πως μπέρδεψα τις συσκευές και πως με καλούσε στο ιδιωτικό μου, γρήγορα όμως συνειδητοποίησα ότι δεν μπορεί να έχει κάνει λάθος. Ποτέ δεν του είχα δώσει το συγκεκριμένο νούμερο, άλλωστε είναι τόσο χαρακτηριστικό και δηλωμένα «ευρωφάγο». Άρα λοιπόν; Με είχε καλέσει ως πελάτης; Αποκλείεται. Κάπως, κάπου, κάποιος του  είχε σφυρίξει το τι κάνω και τώρα με έπαιρνε για να με αρχίσει στο δούλεμα. Τι του ήταν  αυτουνού ένα δεκάευρο στα σκουπίδια προκειμένου να κάνει την πλάκα του; Πάτησα το κόκκινο κουμπί απορρίπτοντας  την κλήση του. Για να περάσω στην αντεπίθεση του έστειλα ένα μήνυμα πως η υπηρεσία προσωρινά ήταν ανενεργή και πως, αν ήθελε, μπορούσε να με βρει εκεί κι εκεί στο ίντερνετ με ραντεβού σε ένα μισάωρο.

Κόλλησα τη μούρη μου στον υπολογιστή και περίμενα να δω κίνηση, να μπαίνει κανονικά σαν πελάτης από την πύλη που αφήνει τον αριθμό της κάρτας του και να σκάει στη συνέχεια με pop-up  παράθυρο στο messenger. Στο μισάωρο ακριβώς ήταν εκεί.  Ένα συννεφάκι άνοιξε μπροστά στην οθόνη μου με μια σύντομη φράση:

«Καλησπέρα σας»

«Καλησπέρα», του έγραψα κι εγώ, ενώ την ίδια στιγμή μασούσα τα νύχια μου από την αγωνία.

«Πώς μπορώ να σε βοηθήσω

«Πρόκειται για κάτι προσωπικό μου…»

«Μάλιστα. Είναι ερωτικής φύσης

«Ναι. Σε αυτό δεν είστε ειδική

Kαι κατάλαβα τότε με αυτό το θηλυκό (που είναι πραγματικά δύσκολο να μπερδέψει κάποιος το φύλλο όταν γνωρίζει ποιος είναι ο άλλος) πως όχι, καθόλου δεν έκανε πλάκα. Πως εκείνος, ο λογοκράτης, περιφρονητικός ψηλομύτης είχε καλέσει σε μέντιουμ για να του λύσει το ερωτικό του πρόβλημα, χωρίς να φαντάζεται ποιος βρίσκεται από την πίσω μεριά της οθόνης του.

«Αποκλειστικά και μόνο! Αφήσου σε μένα…» του απάντησα επιμένοντας στον ενικό μέχρι να χαλαρώσει.

«Είναι κάτι που με δυσκολεύει αρκετά»

«Και δεν μιλάς και πολύ για αυτό, σωστά

«Ποτέ… σε κανέναν»

«Ωραία. Πες μου το αρχικό σου γράμμα και έναν αριθμό από το 1 έως το 43»

«Άλφα και 11»

«Άκου Άλφα, καλέ μου. Δεν είσαι το 11 εσύ. Αυτό μόνο να ξέρεις

«Είσαι σίγουρη

Αν ήμουν σίγουρη; Άκου λέει. Τι δουλειά είχε εκείνος στο Ντούκου Ντούκου Μηχανάκι;

«Σίγουρη, ναι. Εσύ είσαι το 41»

«…? Κάντε μου πιο λιανά παρακαλώ»

Όχι μόνο λιανά θα του το έκανα αλλά ήμουν έτοιμος να τον λιανίσω κανονικά, αφού πρώτα, του «έλεγα» τιμής ένεκεν τα στιχάκια που μου τον φέρνανε πάντα στο νου, αφιερωμένα εξαιρετικά:

«Εδώ στου δρόμου τα μισά/ έφτασε η ώρα να το πω/ Άλλα είναι εκείνα που αγαπώ/ γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα»

«…τι να πω? Πέσατε μέσα 100%»

Και φυσικά είχα πέσει. Όχι δεκάευρο. Εκατοστάευρο τον είχαμε φτάσει μετά από μία ώρα το λογαριασμό και έμοιαζε να μην έχει τέλος εκείνη η εκ βαθέων συζήτηση. Πόσα μπορείς να μάθεις για τους άλλους και τη σχέση σου μαζί τους όταν δεν είσαι παρών. Πόσα χρόνια βασανιζόταν με τον έρωτά του για μένα. Πόσες φορές προσπάθησε να βρει το δρόμο του ως γκέι, πόσες ταλαιπωρίες και ταπεινώσεις μπορεί να σκεπάζει μια ατσάλινη μάσκα που φορά σα δέρμα του ο κυνικός και απαθής και πόσες φορές εσύ μπορείς να αφήνεσαι στην παγίδα που στήνει το ψυχρό της βλέμμα και να τη σκληραίνεις ακόμα περισσότερο, καθηλωμένος για μια ζωή στην δικαιολογημένη μα αδιάφορη τακτική της άμυνας.

Δεν είναι εκδίκηση αυτή που όταν την παίρνεις έχεις πάψει να την επιθυμείς. Και όλη η ψυχική ενέργεια που είχε επενδυθεί στο απίστευτο αυτό καραγκιοζιλίκι της επιχειρησούλας μου, ξεψύχησε δια παντός όταν εξέλιπε ο κύριος αναμοχλευτής της. Η γαλήνη και η αγάπη είχαν επιστρέψει στην καρδιά μου και ζητούσα πια να φύγω από την αγριάδα του πολέμου που σε ωθεί σε πρωτοβουλίες που δε θα ήσουν έξω από αυτόν ικανός να λάβεις και να επιστρέψω στις «βαρετές» ασχολίες της ειρήνης. Δεν ήξερα τι θα έκανα, πάντως ο ετερώνυμός μου Ερωτάτας θα έκλεινε σαν βιβλίο που διαβάστηκε και μαζί του ολόκληρη η «μπίζνα». Ένα μέλλον άγνωστο απλωνόταν μπροστά μου, αδύνατο να προβλεφτεί  και από εμένα τον ίδιο. Σίγουρα όμως  μακριά από τα ποιήματα και τις  λέξεις, τους τσαρλατάνους του νου, ίσως γύριζα ξανά στο νησί, ίσως έβαζα κι εγώ φωτοβολταϊκά στο πατρικό μου χωράφι, ίσως ασχολιόμουν με τον άλλο μου έρωτα, την φωτογραφία. Ποτέ όμως business ξανά. Ποτέ.

img_0002

«Βαρετές» ασχολίες της ειρήνης

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *