Κρίσιμες Business
του Βαγγέλη Πιτσιρίνη

V.“Ταρώ του Έρωτα” (πρώτο μέρος)

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Ξεκίνησε σαν φάρσα, για να τον εκδικηθώ. Μου έσπαγε τα νεύρα κι ας λεγόμασταν μεταξύ μας φίλοι. Κάποτε είχαμε υπάρξει και αυτό. Αργότερα όμως το πράγμα χάλασε, χωρίς κανείς  να παίρνει την πρωτοβουλία να το πετάξει στα σκουπίδια. Και περνούσαν τα χρόνια στην αναβολή και από νεαρά αγόρια τα καλοκαίρια στο νησί, φτάσαμε, χωρίς να το πάρουμε είδηση, σαραντάρηδες που συναντιόμασταν για  κυριακάτικο καφέ στο κέντρο της Αθήνας. Και να πεις ότι ζητούσα τρελά πράγματα από τις συναναστροφές μου. Τα ελάχιστα μόνο: ειλικρίνεια και συμπάθεια.

Εκείνος, χωρίς να μπορώ να πω ότι ήταν ψεύτης, ποτέ δεν ανοίχτηκε ως φίλος σε φίλο για να αποκαλύψει τα ιδιαίτερα, προσωπικά του θέματα. Αυτή του η κρυψίνοια, ενοχλητική σαν ένα βάζο λουλούδια πάνω στο τραπέζι που δε σου επιτρέπει να βλέπεις τον συνομιλητή, την απέδιδα για χρόνια στην πιθανότητα να είναι γκέι. Και με άλλους, κοινούς γνωστούς που έτυχε να το συζητάμε, καταλήγαμε συχνά σε αυτό το συμπέρασμα. Τουλάχιστον εγώ ποτέ δεν τον είδα με γυναίκα, ούτε μου μίλησε ποτέ για τα συναισθηματικά του. Και την επιμονή του ακόμα να με παίρνει τακτικά τηλέφωνο για να βρεθούμε οι δυο μας έξω, σε κάποιο βαθμό την απέδιδα σε τούτη την υποψία.

kessel-leptomereia

Σαραντάρηδες για κυριακάτικο καφέ στο κέντρο της Αθήνας

Αλλά σκεφτόμουν από την άλλη, αν όντως ήμουν για αυτόν το αντικείμενο του πόθου, γιατί να μου φέρεται με τόσο αγενή και αντιπαθητικό ενίοτε τρόπο; Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα δεχτεί κατάμουτρα το σνομπισμό του. Μια επαναλαμβανόμενη κριτική των επιλογών μου, σαν χιλιοπαιγμένη κασέτα βουτηγμένη αδιόρθωτα σε ένα ισοπεδωτικό μπλαζέ.

Πώς να το κάνουμε; Η ζωή δεν κύλησε και για τους δύο το ίδιο. Αν και είχαμε σπουδάσει από κοινού με επιτυχία, εκείνος εξελίχθηκε σε ανέμελο εισοδηματία που εισέπραττε μονάχα, παίζοντας με την περιουσία που κληρονομούσε. Η αφεντιά μου απεναντίας, σπανίως κατάφερνε να εισπράττει έστω και τα ελάχιστα. Η κρίση με είχε βρει γονατιστό και μού ’δωσε μια ακόμη αποτελειώνοντάς με. Με συμβάσεις μια σε δήμους, μια σε φυλακές και αναγκασμένος να κυνηγώ ένα σωρό δουλειές του ποδαριού για να τα βγάλω πέρα, ήμουν μπροστά του  ένα άθλιο πολυχρησιμοποιημένο πατσαβούρι.

Εκείνος, σε ρόλο «μίστερ Τέλειου», δεν έχανε ευκαιρία να μού αναπτύσσει διδακτικά τη θεωρία του περί επιτυχημένου ανθρώπου. Του ανθρώπου εκείνου που αφοσιώνεται σε κάτι και το καταφέρνει πάντοτε, σαν να ‘ταν η ζωή μια αλγεβρική εξίσωση, που δεν μπορεί, για να ‘χει πέσει στο διαγώνισμα, σίγουρα κάποιος θα είχε προβλέψει και τη μοναδική της  λύση. Αν δεν την έβρισκες, εσύ ήσουν ο ανίκανος και ο ελλιπής. Έχωνε παντού μια τέτοια μαθηματική θεώρηση των πραγμάτων: στην ανθρώπινη δυστυχία, την κοινωνική αδικία, την τύχη του φτωχού και του παραπεταμένου. Για την κατάστασή τους έφταιγε που δεν εφάρμοζαν σωστά τη λογική, που έβαζαν μονάχοι τους τρικλοποδιές στον εαυτό τους. Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, αντιμετώπιζε και εμένα πλέον, ως λιγότερο έξυπνο από πριν, ως θλιβερή απόδειξη πως δεν ήμουν τελικά για κάτι περισσότερο πλασμένος.

Και τι ήταν, άραγε, αυτό το περισσότερο που έβαζε με το μυαλό του για την περίπτωσή μου; Πέρα από την εμμονή του με τις «μπίζνες» και τις επιχειρηματικές εναλλακτικές, που θα έπρεπε, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, να απασχολούν διαρκώς και τη δική μου σκέψη. Έτσι, γενικά και αόριστα,  κουβέντες  για να λέμε, χωρίς συγκεκριμένη πρόταση και περιγραφή. Σχεδίαζε μονάχα το περίγραμμα, ένα υπονοούμενο κάποιας εκπληκτικής ιδέας που θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιτυχία, άμεσα και εντυπωσιακά. Δεν εννοούσε πάντως καμμιά από τις τίμιες και ανθρώπινες δουλειές που είχε τύχει να καταπιαστώ μαζί τους όλο τον καιρό, χρησιμοποιώντας έστω κατ’ ελάχιστον τις θεωρητικές σπουδές μου. Όχι προφανώς. Όταν μιλούσε για «μπίζνα», αυτός εννοούσε το «μεγάλο κόλπο», κάποιο εγχείρημα πασπαλισμένο με μπόλικη δόση απατεωνιάς, περίτεχνης και εξελιγμένης, τόσο όμως που να μη γίνεσαι και αντιληπτός. Να «πιάσεις την καλή», χωρίς να δώσεις σε κανέναν το νόμιμο δικαίωμα να σου την αρπάξει μέσα από τα χέρια.

Έλα μου όμως, που απατεώνας  δεν ήμουνα ποτέ. Τουλάχιστον ποτέ δε μού παρασχέθηκαν τα μέσα για να γίνω. Όμως, και πού δεν ήμουν ικανός να φτάσω, ώστε να καταφέρω κάποτε να του κλείσω το στόμα. Τίποτε πολύ εντυπωσιακό. Ούτε καν να προκαλέσω τον θαυμασμό του. Μόνο να κατάφερνα να «πιάσω» μια μέρα «την καλή», να τον σύρω σε ένα από τα πανάκριβα εστιατόρια που με έσερνε αυτός, χωρίς ποτέ του να κερνάει, και να φάμε να πιούμε τον σκασμό, να μας έρθει ένας λογαριασμός ως το ταβάνι και να γυρίσω τότε με μπόλικη μαγκιά, κόντρα στην αστική του αβρότητα και να του πω: «Άσε, φιλαράκι. Κερνάω εγώ….»

Τώρα, ή όντως οι εξισώσεις που πέσανε στη ζωή μου τελικά είχαν μια λύση και τη βρήκα δια της τεθλασμένης, ή -το πιθανότερο- το σχολείο από τα πολλά γκρεμίστηκε, οι μαθητές κρεμάσανε το δάσκαλο στο δέντρο και νέες ασκήσεις γράφτηκαν από την αρχή, με κόκκινη μπογιά, ολόγυρα στους τοίχους. Γιατί η «μπίζνα» σαν κουνούπι-εισβολέας στο μυαλό μου δεν με άφηνε να ηρεμήσω πλέον. Ήταν ένα ακόμα κάστρο για να κατακτηθεί -όπως τόσα που αναγκάστηκα- και έτσι που στριφογύριζε σαν μπίλια στο μυαλό μου, έπεσε κάποια στιγμή στην τρυπίτσα που την περίμενε καιρό.

Την μετέπειτα φανταστική πορεία μου, οφείλω κατά βάθος σε μια παρόμοια ξεχειλωμένη σχέση,  αυτή τη φορά ερωτική. Ήταν ένα κορίτσι που όπως και να τά ‘βλεπες τα πράγματα, μέλλον δεν είχαμε μαζί. Και πάλι όμως ανέβαλλα διαρκώς να το τερματίσω, ενώ όλα έδειχναν πως οδηγούν εκεί. Έφταιξε σε αυτό και η μπλαζέ στάση εκείνου, που αν για εμένα μόλις άρχιζε να παίρνει σχήμα, για την κοπέλα μου, που ήταν πραγματικά ένα αφελές και ακαλλιέργητο παιδί, είχε εκφραστεί ξεδιάντροπα από την πρώτη ώρα. Αυτό με έκανε να θέλω να την προφυλάξω από περαιτέρω περιφρόνηση και προσβολές, για αυτό και επέδειξα μέγιστο ζήλο, πέραν του προσδοκώμενου από τον εαυτό μου, να μπω στον κόσμο της, να τον σεβαστώ, να αφουγκραστώ, να καταλάβω. Μια διαδικασία που, ομολογώ, με μεταμόρφωσε, όπως παθαίνει ένας μανιακός της σοκολάτας, όταν τολμά δειλά δειλά να δοκιμάζει κρέμα.

Η καθημερινότητά μας, σίγουρα ήταν δύσκολη, όπως θα ήταν με τον οποιοδήποτε αναγκαζόμουν να τη μοιραστώ ενώ μιλούσαμε τόσο «ξένη» γλώσσα. Πράγματα μεγάλα και μικρά, έδειχναν παντού το αδιέξοδο, αλλά από όλα το χειρότερό μου (και από τα πιστολάκια, τα καλλυντικά, την κακή μουσική που είχαν γεμίσει τον χώρο μου) ήταν η εμμονή της με τις εκπομπές με μάντισσες και χαρτορίχτρες που έπαιζαν τις νύχτες στα κανάλια κατηγορίας «βήτα». Ενώ πάντοτε ζοριζόμουν  πολύ να μην δείξω πόσο πολύ με ενοχλούσαν, ήλθε κάποια στιγμή το πλήρωμα του χρόνου, το αδίστακτο φαινόμενο του κορεσμού και έχασα τον έλεγχο επάνω στον εαυτό μου. Ήταν βράδυ, πολύ αργά, παιδευόμουν να κοιμηθώ έχοντας το συνεχόμενο «μπίρι-μπίρι» με τις μειλίχιες φωνές των τσαρλατάνων να τρυπάει το κεφάλι μου. Ανασηκώθηκα εξοργισμένος, της άρπαξα από το χέρι το τηλεκοντρόλ και φώναξα καταπάνω της: «Επιτέλους, μαναράκι μου, τι μαλακίες καθόμαστε κι ακούμε;!»

toxeiroteromou

…από όλα το χειρότερό μου

(Συνεχίζεται)

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *