Μπροστά σ’ έναν τάφο
του Μάριου Χάκκα

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

hakas

Πήγα στον τάφο του Μαρξ. Για να φτάσω εκεί πέρασα μέσα από ένα πάρκο με δυο λιμνούλες κι είδα ένα σκιουράκι που το τράταρα σοκολάτα. Την πήρε με τα μπροστινά ποδαράκια του και την τραγάνιζε. Έπειτα προχώρησα στο νεκροταφείο. Στη φυλακή μου ήρθε ένα δέμα που είχε μέσα και μερικές σοκολάτες. Φυσικά τις μοίρασα στους φίλους μου. Όταν αργότερα μάλωσα με κάποιον συγκρατούμενο μου το χτύπησε. «Εμένα δε μου έδωσες τσικολάτο». Ήταν ένας ορεσίβιος ισοβίτης. Λίγες μέρες αργότερα έκανε δήλωση κι έφυγε. Το νεκροταφείο παλιό, εγκαταλειμμένο. Τα Εβραίικα μνήματα στο βάθος πιο παρατημένα. Το δικό του ξεχωρίζει. Ένα μεγάλο γρανιτένιο κεφάλι. Έγραψε «Το Κεφάλαιο», αγαπούσε τη γυναίκα του, και τον χαρτζιλίκωνε ο Φρειδερίκος. Το 2000 μ.Χ. θα υπάρχουν δισεκατομμύρια μοιχοί. Το 2000 «Το Κεφάλαιο» θα είναι επιτέλους σωστά μεταφρασμένο (όχι η γυροβολιά του προϊόντου), θα μπορεί κανένας να χαίρεται το νεύρο του και την ειρωνεία του. Μασάω τη σοκολάτα μου και τον κοιτάζω. Συνήθως καταθέτουν στεφάνια ή βάζουνε μπόμπες. Σφυρίζω το τραγουδάκι «Ω Κάρολ». Μου ‘ρχεται να κατουρήσω. Ερημιά. Τραβιέμαι λιγάκι παράμερα και την αμολάω σε μία πατουλιά. Βγαίνει ο σκιούρος, φαίνεται πάρκο και νεκροταφείο συγκοινωνούν, και με τα μπροστινά ποδάρια μου κάνει νόημα πως τέλειωσε η σοκολάτα. «Άκουσε, ποντίκι, αν είσαι το ίδιο δε σου δίνω σοκολάτα. Αυτά τα πράγματα πρέπει να μοιράζονται σε όλους εξίσου. Όχι επειδή έχουμε μια γνωριμία να την εκμεταλλευτείς.» Κάποτε μοίρασα αυτό το σπάνιο είδος στη φυλακή μόνο στους φίλους με αποτέλεσμα να κάνει ο άλλος δήλωση. Έκανα μερικές νύχτες να κοιμηθώ. Εξαιτίας μου χάθηκε ένας οπαδός του Μαρξ και τώρα που βρίσκομαι μπροστά στον τάφο του δε θέλω να μου συμβεί κάτι τέτοιο. Καλά κοιμάμαι.

Άλλωστε έκανα δήλωση κι εγώ, όχι βέβαια γιατί δε μου δώσανε σοκολάτα, άλλες αιτίες. Ήταν κάποιος που συνήθιζε να λέει «ο Βλαδίμηρος είπε», κι επειδή το είπε εκείνος έπρεπε να το τηρήσουμε εμείς. Κυρίως δε μου άρεσε που τον έλεγε Βλαδίμηρο λες και ήταν πρώτα ξαδέρφια. Ένας άλλος τον έλεγε Ίλιτς. Για τον Κάρολο μιλούσανε σπάνια και για τον Φρειδερίκο ακόμα πιο σπάνια. Όμως τους άρεσε να λένε τη φράση «αφήστε τους νεκρούς να προχωρούν», που είπε κάποιος μετέπειτα. Όλοι αυτοί οι μετέπειτα λέγανε μπούρδες. Εγώ αγαπούσα το Βλαδίμηρο Βλαδιμήρου με το άταχτο τσουλούφι που αποτυπωνόντανε «με τη βαριά στο καύκαλο του κόσμου», ίσως γιατί ψυλλιάστηκε νωρίς, ίσως και για κείνη τη σφαίρα που σφήνωσε στο καύκαλό του.

Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε «βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει». Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.

(Το Κοινόβιο, 1972)

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Μία σκέψη για το “ Μπροστά σ’ έναν τάφο
του Μάριου Χάκκα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *