Ο Άιχμαν πάει σχολείο
ή αλλιώς διερευνώντας ζητήματα αυταρχισμού και αυτονομίας στην εκπαίδευση

του Ορέστη Διδυμιώτη

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Η εκπολιτιστική διαδικασία είναι αδιανόητη χωρίς πειθάρχηση σε κανόνες. Μέσω της εκπαίδευσης το αναπτυσσόμενο παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει τις ετερόνομες δεσμεύσεις που συνεπάγεται η κοινωνική ζωή και να συμμορφώνεται με ενδεδειγμένες στάσεις και συμπεριφορές, δηλαδή με κανόνες που θέτουν όρια στο τι μπορεί να λέει και να κάνει κανείς – κανόνες που είναι απαραίτητοι για τη διασφάλιση και την υπεράσπιση μιας δημοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας. Από την άλλη, είναι σαφές ότι η πειθάρχηση δεν μπορεί να είναι «τυφλή», ως εάν οι κανόνες να μην έχουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο θα μπορούσαμε να κρίνουμε και άρα να αποδεχτούμε ή να απορρίψουμε με βάση τον Λόγο. Ένα από τα βασικά ευρήματα των ερευνών για την «αυταρχική προσωπικότητα» είναι ότι αυταρχικός είναι πρωτίστως εκείνος που πειθαρχεί και υποτάσσεται στην εξουσία χωρίς αμφισβήτηση.i Η προσήλωση στις κατηγορίες της τάξης και της υπακοής, κατά την ανατροφή των παιδιών, περιορίζει δραστικά την κριτική ικανότητα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας ετερόνομης συνείδησης που παραμένει εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση «ετοιμότητας για διαταγή», αδιαφορώντας για το περιεχόμενο της εκάστοτε εντολής προς εκτέλεση. Τα παιδιά που μαθαίνουν να υποτάσσονται σε μια ανώτερη δύναμη αδυνατούν να εναντιωθούν στον κυρίαρχο τρόπο σκέψης και να συμπεριφερθούν αυτόνομα· αποποιούνται την ευθύνη για τον άλλο, εσωτερικοποιούν την αποτυχία, την οποία τείνουν να αντιλαμβάνονται είτε με φυσικούς όρους (ως έμφυτο ελάττωμα) είτε με θρησκευτικούς και άλλους ανορθολογικούς όρους (π.χ. ως πεπρωμένο), και αφήνουν τη δυσαρέσκεια και την οργή τους να μετατρέπονται «σε εκτελεστικές δυνάμεις της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων».ii Οι ιδέες και οι κρίσεις τους διέπονται από σκέψεις γύρω από την αναγκαιότητα της ιεραρχίας, την κυριαρχία ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους, τη διαταγή και την υπακοή.iii

Στις δίκες για τα ναζιστικά εγκλήματα μετά το τέλος του ΒΠαγκοσμίου Πολέμου, οι κατηγορούμενοι στρατιώτες και αξιωματικοί των Ες Ες, όταν ρωτήθηκαν πώς μπόρεσαν να υπηρετήσουν το δολοφονικό σχέδιο της Τελικής Λύσης, που ευθύνεται για τον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, υποστήριξαν ότι «απλά εκτελούσαν διαταγές» και ότι δεν ήταν καθήκον τους να αμφισβητήσουν τους ανώτερους και τον νόμο που εκπροσωπούσαν. Η επίκληση των δεσμεύσεων που συνεπάγεται η αναγνώριση των κανόνων μιας συλλογικότητας κινδυνεύει να οδηγήσει στον δογματισμό και την υποτακτικότητα, αν δεν αποτελεί αντικείμενο αυτόνομης επιλογής στο πεδίο του Λόγου. Ο Άντολφ Άιχμαν, συνταγματάρχης των Ες Ες και αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, προκάλεσε την οργή της φιλοσόφου Χάνα Άρεντ, όταν παραποιώντας τον Καντ δήλωσε ότι σ’ όλη του τη ζωή έπραττε σύμφωνα με τον καντιανό ορισμό της ηθικής και συγκεκριμένα την αρχή της κατηγορικής προσταγής, δηλαδή σύμφωνα με μια αρχή που οφείλει να έχει ισχύ καθολικού νόμου («η αρχή της θέλησής μου πρέπει πάντοτε να είναι τέτοια που να μπορεί να γίνει και αρχή των γενικών νόμων, δήλωσε στο δικαστήριο»)· iv ωστόσο η παντελής απουσία κριτικής ικανότητας δεν του επέτρεπε να υπερβεί με αυτόνομη σκέψη τα όρια της απλής διαπίστωσης και να στοχαστεί πάνω στο περιεχόμενο του νόμου που υπηρετούσε με τόση αφοσίωση, ενός νόμου που στην περίπτωση του Γ’ Ράιχ ήταν ο νόμος του Αρχηγού, δηλαδή του Χίτλερ. Η αδυναμία του Άιχμαν να αποστασιοποιηθεί από τις απαιτήσεις της νομοθεσίας σηματοδοτεί την αδυναμία του να σκεφτεί.

Ολόκληρη η παράδοση του Διαφωτισμού μας δείχνει ότι σκεπτόμενος άνθρωπος είναι εκείνος που μπορεί να χειρίζεται τον νου του ανεξάρτητα από την καθοδήγηση ενός άλλου. Διαφωτισμένος νους είναι ο αυτόνομος νους. Αυτονομία σημαίνει ότι υπακούω σε έναν ηθικό κανόνα που θέτω στον εαυτό μου, και τον οποίο υποβάλλω στην εξέταση του Λόγου· σημαίνει ότι αναζητώ τις δεσμευτικές αρχές της δράσης μέσω μιας αναστοχαστικής κίνησης που ως τέτοια αποκλείει εξ ορισμού την «τυφλή υπακοή».

Πώς όμως να προωθήσει την αυτονομία και τον κριτικό αναστοχασμό το σχολείο, όταν δεν προσφέρει στους μαθητές και τις μαθήτριες παρά μόνο ελάχιστες ευκαιρίες αμφισβήτησης και διαλόγου, αυτενέργειας και συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία; Οι μαθητές και οι μαθήτριες καλούνται να ενσωματώσουν μια διδακτική ύλη που παρουσιάζεται ως αυταπόδεικτη αλήθεια, αναπαράγοντας απροβλημάτιστα παραδοχές και συμπεράσματα. Η σχέση τους με τη γνώση είναι μια σχέση απομνημόνευσης και ανάκλησης ετοιμοπαράδοτων νοημάτων, αποκομμένων από κάθε δημιουργική δραστηριότητα. Όχι τυχαία, οι μαθητές και οι μαθήτριες βρίσκουν το σχολικό μάθημα ανιαρό: το σχολείο τείνει να μετατραπεί σε έναν θεσμό αδιάφορο, βυθισμένο στην πλήξη και την έλλειψη νοήματος, ή ακόμα σε ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την επώαση αυταρχικών χαρακτηριστικών, μολονότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί σήμερα δεν θα μπορούσαν εκ πρώτης όψεως να θεωρηθούν αυταρχικές, τουλάχιστον με την παραδοσιακή έννοια του όρου.vΗ αδυναμία αναστοχασμού πάνω σε αυτά που καλούμαστε να μάθουμε, η υπαγωγή σε ετερόνομα πρότυπα συμπεριφοράς και τυποποιημένους ρόλους, η μονοσήμαντη έμφαση στη νομιμοφροσύνη και την τήρηση των κανόνων, η ψυχρότητα και η επιφανειακότητα των σχέσεων, η «ρεαλιστική» επαναφορά στη σκληρότητα του κόσμου στην οποία οφείλει τάχα κανείς να μυηθεί, η εργαλειακή και χρησιμοθηρική αντίληψη για τη γνώση, η υποτίμηση της ουσιαστικής μάθησης στο όνομα του «καλού βαθμού», η συντήρηση ενός κλίματος ανταγωνισμού και καχυποψίας απέναντι στον άλλο, η ενεργοποίηση ερμηνευτικών αυτοματισμών και σχηματοποιημένων στάσεων εις βάρος της κριτικής διερεύνησης και της εννοιολογικής εμβάθυνσης συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας δυνάμει αυταρχικής προσωπικότητας – μιας προσωπικότητας ευάλωτης στις φασιστικές ιδέες και τη νεοναζιστική προπαγάνδα.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ένα σχολείο του οποίου η παιδαγωγική λειτουργία, τείνει, υπό το βάρος ετερόκλητων πιέσεων, να απαξιώνεται ολοένα και περισσότερο. Ωστόσο, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να προσπαθούμε να σκεφτούμε ανατρεπτικά και να εργαστούμε, κατά το μέτρο του εφικτού, ενάντια στη στερεοτυπική αναπαράσταση της εκπαίδευσης και του ρόλου των μαθητών και των μαθητριών στη σχολική καθημερινότητα (π.χ. τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι μαθητές και οι μαθήτριες στο σχολείο), πράγμα που σημαίνει μεταξύ άλλων να αμφισβητήσουμε τη ριζική διάκριση μεταξύ διδάσκοντα και διδασκόμενου, να θολώσουμε τις διαχωριστικές γραμμές, να αρνηθούμε τα σύνορα των περιοχών και την αποκλειστικότητα των αρμοδιοτήτων, να προωθήσουμε διαδικασίες που ενισχύουν την αυτόβουλη δράση, τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία των μαθητών και των μαθητριών.

i T. W. Adorno, E. Frenkel-Brunswik, D. J. Levinson και R. Nevitt Sanford, The Authoritarian Personality, Harper and Row, Νέα Υόρκη 1950.

ii Max Horkheimer, Γενικό μέρος, στο Max Horkheimer, Erich Fromm, Herbert Marcuse, Αυθεντία και οικογένεια, επιμ. Γεράσιμος Κουζέλης, Νήσος, Αθήνα 1996, σ. 94 – 95.

iii Στο ίδιο, σ. 92.

iv Χάνα Άρεντ, Ο Αίχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτυπία του κακού, εκδ. Θύρσος, Αθήνα, 1995, σ. 171.

vΓια μια διεισδυτική ανάλυση βλ. Γεράσιμος Κουζέλης, Αυταρχικές απολήξεις του αντιαυταρχικού σχολείου, στο Γεράσιμος Κουζέλης, Φασισμός και Δημοκρατία, εκδ. Νήσος, Αθήνα 2014.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *