Αντιφασισμός, Δημοκρατία, Εκπαίδευση
του Ορέστη Διδυμιώτη (ξ)αναδημοσίευση

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Ο Αντόρνο στο δοκίμιο του Η Αγωγή μετά το Άουσβιτς το 1966 γράφει: «Κάθε συζήτηση περί παιδαγωγικών ιδεωδών είναι μηδαμινής σημασίας και αδιάφορη σε σχέση με τη μια και μόνη απαίτηση να μην επαναληφθεί το Άουσβιτς. Η εκπαίδευση ήταν πάντοτε στραμμένη εναντίον της βαρβαρότητας. […] Πρέπει κανείς να γνωρίζει τους μηχανισμούς που κάνουν τους ανθρώπους ικανούς για παρόμοιες πράξεις, πρέπει να δείξει τους μηχανισμούς στους ίδιους τους ανθρώπους και να προσπαθήσει να εμποδίσει το να γίνουν κάποτε τέτοιου είδους άνθρωποι, εγείροντας μια γενική συνείδηση των εν λόγω μηχανισμών».i Εδώ δεν χωράει καμία έκπτωση, κανένας μετριασμός. Πρόκειται για ύψιστη ηθική επιταγή. Το αίτημα «ποτέ ξανά» μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε: με τι εφόδια πρέπει να εξοπλίσουμε τους μαθητές και τις μαθήτριες, ώστε να σταθούν απέναντι στην αυταρχική βαρβαρότητα και να αντιπαρατεθούν σε εκείνες τις σχέσεις που καθιστούν τον άνθρωπο «ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλελειμμένο, περιφρονημένο»;ii

Είναι σαφές ότι η καταγγελία του φασισμού στο όνομα της επιστήμης και η διαφώτιση των μαθητών και των μαθητριών αναφορικά με τις κοινωνικές βάσεις και τα αποτελέσματα της (νεο)ναζιστικής βίας, μολονότι εκπαιδευτικά επιβεβλημένες, δεν είναι πάντα αρκετές. Και αυτό όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει ουδέτερη και καθαρή από ιδεολογία και ψεύδη επιστήμη (τα παραδείγματα του ακαδημαϊκού ρατσισμού και της ευγονικής είναι γνωστά), ή γιατί διανοούμενοι όπως ο Μάρτιν Χάιντεγκερiii και ο Έζρα Πάουντ σαγηνεύτηκαν από τον ναζισμό και τον ιταλικό φασισμό αντίστοιχα, αλλά κυρίως επειδή το διαφωτιστικό περιεχόμενο της σχολικής γνώσης κινδυνεύει να αδρανοποιηθεί, αν δεν διασφαλιστούν οι αναγκαίοι όροι συμμετοχής των μαθητών και των μαθητριών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το σχολείο είναι πράγματι ένας θεσμός που επιτρέπει να αναπτύσσουμε μια σχέση με τον κόσμο διαφορετική από εκείνη που διαμορφώνεται καθημερινά στις οικογένειες. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτής της σχέσης παραμένει δυνητική.iv

Ο φασιστικός λόγος είναι ικανός να προσφέρει μια πειστική, αν όχι «ελκυστική», ερμηνεία του κοινωνικού κόσμου μέσα από μεταβαλλόμενα φυλετικά, εθνικιστικά, σεξιστικά σχήματα κυριαρχίας και διαχωρισμού. Ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο εθνικισμός κ.λπ. αποτελούν μορφές «γνώσης» με τη διπλή έννοια της επιθυμίας για γνώση και της γνωστικής δραστηριότητας. Η φασιστική προπαγάνδα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τους ασυνείδητους μηχανισμούς και να αφυπνίσει «τα στοιχειώδη συναισθήματα της ψυχής» μέσω μιας μεσσιανικής αφήγησης και συλλογικής υπόσχεσης, κατασκευάζοντας φανταστικές παραστάσεις του «Εγώ» και του «Άλλου», του «Εμείς» και του «Εσείς». Ωστόσο, παρ’ όλα τα παραληρηματικά στοιχεία και τις διαστρεβλώσεις που περιλαμβάνει, η παραγόμενη γνώση δεν είναι καθόλου απατηλή για τους κατόχους της στον βαθμό που προσφέρει ένα σύστημα (ανα)παραστάσεων που απλοποιεί τις αντιφάσεις της κοινωνικής ζωής και δίνει νόημα ύπαρξης, συμβάλλοντας στην απόκτηση μιας συλλογικής ταυτότητας και ενός σκοπού: το έθνος ως μυθική ταυτότητα, η κατασκευή ενός φανταστικού εχθρού προς εξόντωση, η «κληρονομιά σαν ιστορικό καθήκον», οι εκκλήσεις στην κληρονομικότητα και στο παρελθόν, η μυστηριώδης φωνή του αίματος, η επίτευξη της τάξης δια μέσου της επιβολής κ.λπ. Η φιλοσοφία του χιτλερισμού, μας υπενθυμίζει ο Λεβινάς, είναι υποτυπώδης· αλλά γι’ αυτό τρομακτικά επικίνδυνη.v

Οι φασιστικές αντιλήψεις και πρακτικές (από τις πιο ορατές και συστηματοποιημένες μέχρι τις πιο αόρατες και ασύνδετες που ενυπάρχουν στο μοριακό επίπεδο της καθημερινότητας) δεν μπορούν να αμφισβητηθούν και να αρθούν αποτελεσματικά, παρά μόνο αν διαμορφώσουμε τους όρους οικοδόμησης ενός άλλου τρόπου σκέψης ή καλύτερα μιας άλλης σχέσης με τη γνώση και τον κόσμο. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Αφενός την κριτική επεξεργασία και την ανασκευή των προκαταλήψεων και των στερεοτυπικών σχημάτων προς όφελος εννοιολογικά επαρκέστερων και συνάμα πιο πειστικών ερμηνειών της κοινωνικής ζωής – γεγονός που προϋποθέτει την κινητοποίηση του ενδιαφέροντος των παιδιών. Αφετέρου, την ενίσχυση και τη διεύρυνση των δημοκρατικών πρακτικών και διαδικασιών μέσα στο σχολείο. Αυτό που έχει να αντιτάξει το σχολείο στη «γοητεία του φασισμού» είναι περισσότερη και καλύτερη δημοκρατία. Η αναγνώριση αυτή μας φέρνει πιο κοντά σε ζητήματα όπως η αυτοοργάνωση και ισότιμη συμμετοχή των μαθητών και των μαθητριών στη σχολική καθημερινότητα, η αλληλεγγύη, η ρήξη με την ιεραρχία και τις θεσμικές διακρίσεις (από το θεσμό της πρωινής προσευχής μέχρι την αριστεία). Εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης σημαίνει, μεταξύ άλλων, συνεργατικές και ευχάριστες μορφές μάθησης· σημαίνει τη συμμετοχή των μαθητών και των μαθητριών στην παραγωγή και την ανακατασκευή της γνώσης μέσω του κριτικού ελέγχου, του πειραματισμού, της αμφισβήτησης και της επιχειρηματολογίας· την κριτική αντιπαράθεση και τη διερεύνηση διαφορετικών προσεγγίσεων και οπτικών για την επίλυση ενός «προβλήματος», την προώθηση της αυτονομίας της σκέψης και της απόλαυσης της μάθησης σε ένα μη ανταγωνιστικό περιβάλλον. «Η μόνη αληθινή δύναμη εναντίον της αρχής του Άουσβιτς», σημειώνει ο Αντόρνο, «θα ήταν η αυτονομία, για να χρησιμοποιήσω την καντιανή έκφραση, η δύναμη για αναστοχασμό, για αυτοπροσδιορισμό, για μη συμμετοχή».vi

i Τέοντορ Βίζεγκρουντ Αντόρνο, Εκπαίδευση μετά το Άουσβιτς, μτφρ. Γιώργος Σαγκριώτης, Νήσος, Αθήνα 2017, σ. 14, 18.

ii Karl Marx, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978, σ. 25.

iii Πώς γίνεται ο «μέγιστος των στοχαστών» να είναι ο «ελάχιστος των ανθρώπων» (κατά την γνωστή απόφανση του Γκάνταμερ για τον Χάιντεγκερ);

iv Bernard Charlot, Η σχέση με τη γνώση: στοιχεία για μια θεωρία, μτφρ. Μιχάλης Καραχάλιος, Ευανθία- Λινάρδου Καραχάλιου, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 1999.

v Emmanuel Levinas, Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2013.

vi Αντόρνο, Εκπαίδευση μετά το Άουσβιτς, ό.π., σ. 25.

Ο Ορέστης Διδυμιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ειδικεύτηκε σε μεταπτυχιακό επίπεδο στις κοινωνικές επιστήμες στο London School of Economics (LSE) και στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολείται με την πολιτική φιλοσοφία, την κοινωνιολογία της γνώσης και της εκπαίδευσης.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *