Δεν υπάρχει τέλος
της Έλενας Τσατσάνη

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Δεν υπάρχει τέλος

της Έλενας Τσατσάνη

 

Ο σταθμός του τρένου ήταν γεμάτος. Παρατηρούσε τους αναχωρητές χωρίς να μιλά. Καταλάβαινε από τα μάτια τους πως ο καθένας έκρυβε βαθιά μέσα του ιστορίες ανείπωτες, επώδυνες… μα δεν άντεχε το βάρος τους κι έτσι χαμήλωνε τελικά το βλέμμα. Αγουροξυπνημένος όπως ήταν, και μάλιστα με λιγότερο από δύο ώρες ύπνο (και εφόσον χρόνο είχε), έβαλε τη βαλίτσα για προσκεφάλι του, ξάπλωσε στο παγκάκι και δεν άργησε να αποκοιμηθεί.
Μέχρι χθες δούλευε λογιστής στο γραφείο της γειτονιάς του, όμως ο Χαράλαμπος Ανέστης δεν ήτανε ποτέ γι’ αυτή τη δουλειά – όπως και ο ίδιος συνήθιζε να λέει. Αυτός ήθελε να γίνει συγγραφέας από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Και ηθοποιός ήθελε να γίνει, και ζωγράφος, και μουσικός και όλα όσα είχαν να κάνουν με την Τέχνη. Οι γονείς του βέβαια δεν την ένιωσαν ποτέ τη τρέλα του αυτή, κι οι συμβουλές (μάλλον εντολές θα ‘λεγες) για μια «καλή» ζωή πήγαιναν κι έρχονταν. Όπως και να ‘χει, είχε επιτέλους πάρει την μεγάλη απόφαση: «Αυτό ήταν, μπούχτισα πια. Θα φύγω!» σκέφτηκε και τό ’κανε ο αθεόφοβος.
Από το προηγούμενο κιόλας βράδυ είχε τηλεφωνήσει στο αφεντικό του με σκοπό να διευθετήσει το ζήτημα της άδειάς του. Βέβαια τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς κι η τηλεφωνική συζήτηση υπαλλήλου – αφεντικού έληξε με την αγριοφωνάρα του Χαράλαμπου: «Ε, λοιπόν, ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ!», σκηνικό που το ακολούθησε ύστερα ο οργισμένος μονόλογος του και που -δίκαια- προκάλεσε το κοροϊδευτικό γελάκι της γειτόνισσας του κάτω ορόφου. Το ίδιο βράδυ ετοίμασε πρόχειρα μια βαλίτσα που του ‘χε δανείσει η αδερφή του μιας και εκείνος δεν είχε δική του γιατί, λέει, «η βαλίτσα είναι δέσμευση κι εγώ δεν είμαι για δεσμεύσεις.»
Χαράματα πια κατέφτασε στον σταθμό κι ας το τρένο του αναχωρούσε στις 10, εκείνος δεν άντεχε να υπομείνει ούτε στιγμή παρά πάνω την αποπνικτική ατμόσφαιρα του σπιτιού του. «Σε λίγο θα είμαι πραγματικά ελεύθερος. Τέρμα οι ανούσιες κουβέντες με τη γειτόνισσα, τέρμα ο ηλίθιος ήχος του ξυπνητηριού κάθε πρωί και τέρμα η ενοχλητική φάτσα του αφεντικού καθώς μου φωνάζει γιατί -άλλη μια μέρα- άργησα στη δουλειά.» Αυτά σκεφτόταν και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και το χαμόγελο του σχηματιζόταν αυθόρμητα στο πρόσωπό του.
Ήταν όμορφος νεαρός ο Χαράλαμπος, με λεπτά χαρακτηριστικά κι όταν χαμογελούσε φωτιζόταν ολόκληρος. Τα γαλανά μάτια του, υγρά πάντοτε λες κι ήτανε συγκινημένος από κάτι, όταν χαιρότανε πετούσαν σπίθες. Μελαχρινός, μετρίου αναστήματος γύρω στα τριάντα. Πράος άνθρωπος κατά βάθος κι ας έδινε άλλη εντύπωση καμιά φορά. Κάπως μυστήριος, απ’ αυτούς που η κοινωνία βάφτιζε “περίεργους”. Μ’ ένα τσιγάρο μονίμως γαντζωμένο στο ‘να αυτί κι ένα μολύβι στ’ άλλο, ενώ όπου πήγαινε κουβαλούσε μια κιθάρα κι ένα τετράδιο, τις δύο μεγάλες του αγάπες. Δεν το ‘χε πολύ με τις κουβέντες μα έτσι και άγγιζες λίγο την τρέλα του, λυνότανε η γλώσσα του και σου αποκάλυπτε κόσμους που δεν είχες φανταστεί, σου σκάρωνε επί τόπου και κάνα δυο στιχάκια αφιερωμένα.

Ένα δυνατό σφύριγμα διαπέρασε τ’ αυτιά του κι ένα εκκωφαντικό τρίξιμο τον έκανε να τρανταχτεί από το παγκάκι, όπου τον είχε πάρει νωρίτερα ο ύπνος, ρίχνοντας κάτω τη κιθάρα του. Και πάνω που ήταν έτοιμος να βλαστημήσει, συνειδητοποίησε πως το τρένο που θα ταξίδευε τα όνειρά του είχε μόλις φτάσει κι αμέσως η οργή του καταλάγιασε. «Επιτέλους..», ψιθύρισε και μάζεψε από χάμω τη κιθάρα του. «Επιτέλους..»
Κάπως έτσι ο Χαράλαμπος κίνησε για την Αίγυπτο, την Κίνα και την Ιαπωνία, ύστερα τις Ινδίες.. Έβαλε μπρος παιδικά του όνειρα και πλάνα κι έφτασε στις αγαπημένες του χώρες κι έζησε εμπειρίες μαγικές, αξέχαστες. Και κάθε βράδυ συνέχιζε εκείνη την ιστορία που την προόριζε για βιβλίο και που μέσα της έκρυβε εικόνες του ταξιδιού του, του κόσμου όλου, της πατρίδας της ψυχής του..
Κάποτε έφτασε η ώρα για ένα διάλειμμα, καθώς οι οικονομίες που φύλαγε για αυτή τη τρέλα όλη του τη ζωή σχεδόν, είχαν πια σωθεί. Είχε σκοπό να βρει μια δουλειά ώσπου να ξαναϊσιώσει κι ύστερα θα ‘φευγε πάλι γι’ άλλους προορισμούς. Με βαριά καρδιά έκλεισε τα εισιτήρια της επιστροφής, ήξερε όμως καλά ότι δεν είχε τελειώσει. “Πάντα υπάρχει τρόπος για ένα ακόμη ταξίδι. Πάντα υπάρχει χρόνος αν δεν λειτουργείς με βάση αυτόν.” Σκέφτηκε. Κι έπειτα χαμογέλασε αμυδρά, γιατί πολύ του άρεσε η φράση και σίγουρα θα την έγραφε στην ιστορία του. Στο δρόμο της επιστροφής, ενώ καθόταν μόνος παίζοντας ένα σκοπό, κάποιος νεαρός τον πλησίασε και κάθισε στην απέναντι θέση που ήταν άδεια.
– Θωμάς, χάρηκα. Μην με παρεξηγήσεις για το θάρρος μου μα.. φαίνεσαι ο πιο λογικός τρελός ανάμεσα σε όλους εδώ μέσα. Μπορώ να κάτσω εδώ;
– Χαράλαμπος. Εγώ.. εγώ χάρηκα.
– Τι γράφεις εκεί;
– Ένα βιβλίο.
– Για τι γράφεις αλήθεια; Είσαι συγγραφέας;
– Καμιά φορά μόνο νιώθω πως είμαι ποιητής, αν και δε ξέρω τι σημαίνει. Γράφω για ατέρμονες περιπλανήσεις όπου μπορεί κανείς να περιπλανηθεί, όσο μπορεί κανείς να καταλάβει. -Γέλασε-. Με συγχωρείς μιλάω πολύ και..
– Όχι όχι! Θέλω πολύ να διαβάσω τι γράφεις, μα θα περιμένω να το εκδόσεις.
Όχι πως βιάζομαι, αλλά ελπίζω να το τελειώσω σύντομα. Όσο ακόμα αυτά που εξιστορώ εκεί μέσα είναι ολοζώντανα, καταλαβαίνεις; Έτσι νομίζω θα ‘ναι καλύτερα, μα, κάπως δυσκολεύομαι. Βλέπεις, ο καθένας επιπόλαιος μπορεί να πιάσει ένα μολύβι και να γράψει μια αρχή αλλά διάολε, το τέλος.. το τέλος είναι το δύσκολο. Και δεν το βρίσκω με τίποτα, χρειάζομαι ένα τέλος και δε το βρίσκω με τίποτα. Δε βαριέσαι.. Θες ένα τσιγάρο;
Του πρόσφερε τσιγάρο κι ο Θωμάς πρόθυμα το δέχτηκε. Ύστερα μίλησαν για ώρες, αντάλλαξαν κοσμοθεωρίες κι όνειρα, μίλησαν για Θεούς και για θρησκείες, για τον έρωτα και την αγάπη, τη ζωή και τον θάνατο. Γέλασαν σαν μικρά παιδιά, δάκρυσαν σαν παλιοί φίλοι που συναντιούνται ύστερα από χρόνια. Κι έτσι έμοιαζαν, άμα τους έβλεπες στιγμή δεν θα σκεφτόσουν πως οι δύο αυτοί άνθρωποι γνωρίζονταν λίγες μονάχα ώρες. Ο Θωμάς επέστρεψε γοητευμένος και γεμάτος, πίσω στη θέση του κι ο Χαράλαμπος έπιασε αμέσως το μολύβι και το τετράδιο γιατί δεν βάσταγε τα τόσο έντονα συναισθήματα κι έπρεπε κάπου να τα βγάλει. Ήταν οι τελευταίες του σημειώσεις, στο τελευταίο του ταξίδι:

«Η ιστορία μου κυλάει όμορφα.. Μαζί της κυλά στις φλέβες μου λίγο απ’ την Αίγυπτο, οι Φαραώ κι οι μεγαλειώδεις πυραμίδες, οι άνθρωποι της ερήμου και οι γυναίκες με το ηλιοκαμμένο δέρμα. Σε μια γωνιά της καρδιάς μου ξεχωριστή θέση διεκδικεί πια μια Κλεοπάτρα καλλονή που μου έδειξε σε μια νύχτα μέσα όλα τα μυστικά της ιστορίας, του μέλλοντος και του παρόντος, τα μυστικά των ανθρώπων και τα δικά της.. Στο αίμα μου κυλά η Κίνα η αγαπημένη, με τον Ναό του Ουρανού και το μεγάλο Τάο να μου δείχνει πια για πάντα τον δρόμο.. Το Σινικό Τείχος που ευλαβικά διέσχισα ανατριχιάζοντας ανά διαστήματα, στη σκέψη μόνο της μεγαλοσύνης των ανθρώπων.. Η Απαγορευμένη Πόλη που θαύμασα χωρίς την άδεια κανενός γιατί εγώ είμαι ελεύθερος(!) Δυο Κινεζούλες που ερωτεύτηκα.. Κι ύστερα η Ιαπωνία.. με τις όμορφες σχιστομάτες γυναίκες, τις γκέισες και τον Βούδα που τόσα μου δίδαξε μα πάνω απ’ όλα το δάσος με τις κερασιές, τη σακουρά όπως τη λένε, προάγγελο της Άνοιξης που έδιωξε για λίγο τον Χειμώνα μέσα μου.. Τα ταξίδια μου ατέλειωτα κι όμως φτάνουν στο τέλος τους, τουλάχιστον εκείνα που ήταν προσχεδιασμένα απ’ όταν ήμουν παιδί.
Περιπλανιόμουν λίγο πριν στα σοκάκια της Ινδίας με μια κιθάρα στον ώμο και τη βαλίτσα μου αγκαλιά.. Αχ αυτή η βαλίτσα πολύ με κούρασε. Όταν γυρίσω θα τη φορτώσω πάλι στην αδερφή μου και θα πάρω τη σχολική μου τσάντα για τα υπόλοιπα ταξίδια. Απ’ όλα τα μαγευτικά τοπία, ‘κείνα που έμεινα εκστασιασμένος να χαζεύω είναι οι όμορφες κοπέλες με τη βούλα ανάμεσα στα φρύδια, τα μακριά μαλλιά με τις περίτεχνες πλεξούδες και τις πολύχρωμες φορεσιές τους. Σαν τώρα το νιώθω, με κοιτούν γλυκά ακόμη και κρυφογελάνε.. Τους κλείνω πονηρά το μάτι μα είναι ακόμα μέρα κι εγώ δεν είμαι για δεσμεύσεις. Οι νύχτες είναι πάντα αυτές που φέρνουν τα καλύτερα.. Μα αυτή τη νύχτα παίρνω το τρένο της επιστροφής. Αντίο στολίδια της Ινδίας, θα τα λέμε στα όνειρά μου.
Ω ψυχή μου.. Άνοιξαν τα μάτια σου, ένιωσες τη ζωή να κυλά μέσα σου κι εσύ παλιό μου τετράδιο, κενό σε πήρα κι όμως σε γέμισα σχεδόν ως τη τελευταία σελίδα με ιστορίες, εμπειρίες, αναμνήσεις και αρώματα κοσμοπολίτικα. Το τρένο σφυρίζει κι εγώ ο ονειροπόλος ποιητής ακουμπώ στο τζάμι και χαϊδεύω την κιθάρα μου όσο ο καπνός απ’ το τσιγάρο μου φέρνει εμπρός μου ξανά τις μαγευτικές εικόνες που χαράκτηκαν στη μνήμη μου. Αν με ρωτούσαν προς το τέλος της ζωής μου ποια ήταν η ωραιότερη μου απόφαση θα ‘λεγα σίγουρα πως ήταν «η φυγή μου», που δεν ήταν ούτε από δειλία, ούτε από κούραση παρά μόνο απ’ τη βουβή παράκληση των ονείρων και των ποιημάτων μου.. Και ο Θωμάς.. ακόμη και τίποτα άλλο να μην είχα να κερδίσω απ’ το ταξίδι μου, θα το ξανάκανα μόνο και μόνο για να τον γνωρίσω, ή καλύτερα να τον συναντήσω, γιατί θαρρώ πως τον γνωρίζω χρόνια. Κι όταν μου ζήτησε να του παίξω ένα τραγούδι εγώ το μόνο που σκέφτηκα, ήταν η μελωδία από το «Ταξιδεύω» των Στοίχημα -το συγκρότημα που άκουγα στα παιδικά μου χρόνια κι ονειροπολούσα-. Σαν τέλειωσα, έφυγε από κοντά μου χαμογελώντας, φανερά ικανοποιημένος. Πες μου ποιος “κανονικός” θα ένιωθε ποτέ την αξία του; Τώρα ναι, είμαι ευτυχισμένος.»

Έκλεισε το τετράδιο και στερέωσε το μολύβι πίσω στ’ αυτί του. Έγειρε το κορμί του στην άβολη θέση κι αποκοιμήθηκε, γλυκά εξουθενωμένος από το ταξίδι του.

Αναγκάζει τον εαυτό του να θυμηθεί μια τελευταία φορά τα γεγονότα από την στιγμή που, μαγεμένος απ’ τη γλυκιά μελωδία της κιθάρας του Χαράλαμπου, επιστρέφει στη θέση του.

«Το τρένο αρχίζει να ταρακουνιέται αφύσικα προκαλώντας τη σύγχυση των επιβατών. Το σήμα κινδύνου δεν έχει ακόμη ακουστεί γεγονός που κρατά την ελπίδα του κόσμου. Όμως όλα δείχνουν πως κάτι δεν πάει καλά. Σε λίγο οι υπεύθυνοι ανακοινώνουν την κατάσταση από τα μεγάφωνα. Οι άνθρωποι τρέχουν πανικόβλητοι από βαγόνι σε βαγόνι, άλλοι ουρλιάζουν και κλαίνε απεγνωσμένα, άλλοι προσεύχονται γονατιστοί σε έναν άγνωστο Θεό για να τους σώσει. Το τρένο εκτροχιάζεται.
Κενό. Έχω κενό μνήμης. Ανοίγω ζαλισμένος ύστερα από ώρα τα μάτια μου και μετά βίας σέρνομαι κάτω από τα συντρίμμια, καταφέρνω να βγω. Γύρω μου άνθρωποι απανθρακωμένοι, ακρωτηριασμένοι κι εγώ μόνος περπατώ κουτσαίνοντας μέσα στα χαλάσματα. Γύρω μου θάνατος.. Σε μια γωνιά απέναντί μου αντικρύζω μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα .. Όχι πολύ μακριά κείτεται ανάσκελα πάνω στις στάχτες και τα συντρίμμια ένας άντρας. Τα ματωμένα χέρια του κρατούν σφιχτά στο ύψος της καρδιάς κάτι σελίδες. Τότε λυγίζω. Πλησιάζω και του σφίγγω το χέρι ενώ τραβώ απαλά τα λερωμένα χαρτιά του.. Μέσα μου θάνατος. «Έχε γεια.. και μην ανησυχείς, δεν θα τ’ αφήσω χωρίς τέλος», ψελλίζω και απομακρύνομαι ένα βήμα.. Αισθάνομαι τις αισθήσεις μου να μ’ εγκαταλείπουν και σωριάζομαι.. Δεν θυμάμαι..»

Ο κυρ-Θωμάς έσφιξε με δύναμη τις σελίδες στα χέρια του και κράτησε με δυσκολία τον λυγμό που πάλευε να βγει απ’ τα σωθικά του. Είχε καθυστερήσει χρόνια δίνοντας μάχη με τις φρικτές εικόνες που βασάνιζαν το μυαλό του μα έπρεπε επιτέλους να τηρήσει την υπόσχεσή του, έστω κι αργά. Κάθισε στο ξύλινο γραφείο του, πήρε μια κόλλα χαρτί και ξεκίνησε να γράφει το τέλος:
«Έρχεται κάποτε εκείνη η μέρα που φεύγεις. Το πλοίο της ψυχής σου σαλπάρει για μέρη αλλοτινά κι αν ισχυρίζεσαι πως αγαπάς εκείνο που ονομάζουμε ζωή, έχεις χρέος να τ’ ακολουθήσεις. Κι αν ο ήρωας μας αρκούνταν σ’ αυτό που λένε οι σωστοί και οι ενάρετοι “υπομονή”, τότε δεν θα ‘χε βρει ποτέ τη Χώρα Των Θαυμάτων. Κι αν δεν την έβρισκε ποτέ, θα ‘τανε σαν να σκότωνε αργά και βασανιστικά τα αθώα παιδικά του όνειρα. Κι αν σκότωνε αυτά τα όνειρα τι θα συνέβαινε; Ίσως αυτό που αποκαλούμε “ρουτίνα”. Λέξη συνώνυμη της καταστροφής, της απελπισίας, του χάους – πιστεύω, ταιριάζει καλύτερα. Αυτά βέβαια θα τα ξέρουν οι ποιητές σίγουρα πιο καλά από ‘μένα, μα το νόημα είναι τούτο πάνω κάτω. Κι αφού τη βρήκε ο παράξενος μας ήρωας, μέσα σε πυραμίδες και ναούς του Ουρανού, μέσα σε Βούδες, κερασιές, ερωτικά αγγίγματα και βλέμματα αδερφικά.. Αφού τη βρήκε όταν αισθάνθηκε τα χρώματα της κάθε μιας ψυχής απ’ τις γωνιές του κόσμου, τότε για όλους μας υπάρχει ελπίδα. Μα στάσου τώρα, κάτι ακούω.. Μοιάζει με σφύριγμα ενός τρένου, ή ίσως με το σάλπισμα κάποιου καραβιού. Ήρθε θαρρώ η σειρά μου να τ’ ακολουθήσω.

ΤΕΛΟΣ (;)

Σταμάτησε. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα μα χαμογελούσε με τη καρδιά του ύστερα από χρόνια. «Κοίτα να δεις. Λες εκτός από τρελός να ‘μαι και ποιητής και να μη το ξέρω;» αυτοσαρκάστηκε από μέσα του. «Ορίστε λοιπόν το τέλος σου φίλε μου, τόσο επιπόλαιο όσο και η αρχή σου. Ποιος θα το καταλάβει;», μονολόγησε. Την επόμενη μέρα πήγε όλες τις σελίδες καθαρογραμμένες στον εκδοτικό οίκο.

 

Συγγραφείς: Ένας ανώνυμος ποιητής και κάποιος τρελός
Τίτλος: (Ας διαλέξει έναν ο εκδότης)
Πληροφορίες σχετικά με τους συγγραφείς:
Απουσιάζουν και οι δυο, σε κάποια Χώρα Των Θαυμάτων.

 

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *