ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΠΟΙΗΣΗ
7. Νίκος Καρούζος (1926-1990)
«Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη»

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Βρισκόμαστε στο ’17 και θα πυκνώσουμε τις επετειακές αναρτήσεις για το άλλο ’17.

Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στον Οκτώβρη και θα κινηθούμε πρωθύστερα. Αν το Ποτέμκιν ήταν η αρχή, η Κροστάνδη είναι ένα τέλος˙ η Επανάσταση τελειώνει την στιγμή ακριβώς που γίνεται εξουσία. Την ίδια στιγμή η επίγνωση ήττας γίνεται μεταφυσική κραυγή στα χείλη του τσακισμένου επαναστάτη: «Την άλλη φορά, σύντροφοι!»
Προσέξτε: Η επανάσταση θα γίνει˙ δεν θα την κάνουμε αλλά θα γίνει. Μιαν άλλη φορά, μα πότε; Κι αν δεν υπάρχει παρόν πώς μπορούμε τώρα – σήμερα να πιστέψουμε σ’ ένα μέλλον καλύτερο; Υπάρχει μέλλον που να μην είναι πολλά πεθαμένα παρόντα; Υπάρχει ποιητική υπόσχεση που να φθέγγεται της αληθείας τρόμο; Πολλά κρυφοαπαντημένα μες στους στίχους αναπάντητα…

Παρουσιάζω μιαν επιλογή από το μακρύ ποίημα του σπουδαίου αναρχοσολωμιστή από το Ναύπλιο, με κίνδυνο να κομματιάσω την δομή και να χαλάσω την φυσική ροή του, αλλά κάποιοι στίχοι επιβάλλονται με δύναμη επιγράμματος και αξίζουνε –θαρρώ– το ρίσκο της ανθολόγησης.

Δ.Κ.

%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%b6%ce%bf%cf%82-2

Νίκου Καρούζου «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη»
εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1987 (αποσπάσματα)

«Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί.
Στο τέλος τα όνειρά μας θα μας σώσουν.»

Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη θηλαστική μου ἱερότητα
κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει, εἶναι ὁ πρόχειρος θάνατος
ἕνα κλούβιο ρολόι χωρὶς τὰ πρὶν καὶ χωρὶς τὰ μετὰ
δὲν ᾖρθα – δὲ φεύγω – θὰ σταματήσω. Φθέγγομαι τρόμο.
Καὶ ἐπιτέλους τί νομίζεις πῶς εἶναι τὰ ἰδανικά;
Εἶναι ὅπως ἀλευρώνουμε τὰ ψάρια πρὶν ἀπὸ τὸ τηγάνισμα.

Ὁ Λένιν ἔχει ἐμπλακεῖ στὴ μοῖρα. – Πανάκριβα ραφτικά. – Οὐτοπία.
– Μὲ σφίγγει μία ἀλήθεια, τῆς παραδίνομαι. Μὲ σφίγγει μία
ἄλλη, κι αὐτηνῆς τῆς παραδίνομαι. Διατρέχοντας τοῦ μυαλοῦ
τὴν ὠμότητα. Λέω αἷμα τοῦ ψύλλου κι ἀμέσως ὀσφραίνομαι ρούμι.
– Παραδέρνεις. Ἀλλὰ ἐμένα τὰ μάτια μου διεκδικοῦσαν ἑνότητα
ὀπτικῆς, ἐκκένωση τραγῳδίας. Οὐδέποτε ὑπέφερα τὶς ἀντιφάσεις.

Τὴν ἡμέρα ἐκείνη γεννήθηκα μόνος μου,
δὲν εἶχα βιολογικὸ προηγούμενο.
Σούρθηκα στὴν τρώγλη τῆς ἁπλῆς ἀριθμητικῆς.
Ἐκεῖ διαλάμποντας ἐνωτίστηκα κόκαλα.

Ὑπερφίαλο φῶς ἰσχνότητα τοῦ ἔρωτα!
Τί νᾶν τὰ λέμε. Αὐτοψυχίατρος εἶναι ὁ ποιητὴς
μὲ καθαρὸ οἰνόπνευμα. Κυρίως θὰ λεγᾳ θεοσταγὴς
καὶ προ-ἰοῦσα σφῆκα. Θὰ γαλαζώσει πάλι.
Μὰ εἶναι κι ὁ ἄλλος ἔρωτας, ὁ γενετήσιος.
Τί νὰ σοῦ κάνει αὐτός; Ἂν θέλεις,
βάζει λίγα παγάκια στὴ μελαγχολία μου.

%ce%b1%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%ac%ce%bd%ce%b4%ce%b7

Εἴθε νὰ μὴν ὑπῆρχα, μαβὴς ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς, ἀλητεία.
Κι ἂν εἶπα τὶς προάλλες τὴ ζωὴ ἀντίρρηση τοῦ σκούληκα
δὲν ἔπαψε νὰ φουγαρίζει μέσα μου χαώδης ἡ ἀπελπισία.

Θὲς τὸ ζῷο θὲς ὁ ἅγιος, τίμημα ἡ ἀπουσία.
Κορφόνυχα μὲς στὴ φωτιὰ σὲ ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου καὶ χρόνια ἔκανα ’γὼ τὸ μπόι μου
βλαστοβολώντας ὕψος χωρὶς νὰ συμβουλεύομαι
κακοὺς ὀνειροκρῖτες καὶ θολὰ μαντεῖα.
Πίστεψα στὰ χρυσάνθεμα ὁρκίστηκα στὴ χλόη
δὲν ἀναμέτρησα κινδύνους, ἀποτεφρώθηκα.

Ἂν ἕλιωνε ὁ πάγος, ἂν τοὺς προλάβαινε ἡ Ἄνοιξη
δὲν ἔχει ὅρια ἡ εὐφράδεια τῆς Σταύρωσης
οὔτε τὸ πορτοκαλὶ ποὺ μὲ τύφλωνε φωσφορίζοντας
μὰ ἐγὼ τὴ γλῶσσα τὴν ἀποκλήρωσα
δὲ μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω τὴν ἀγριότητα
οἱ καιόμενες πορφυρὲς δεκαετίες ἀπὸ ὑδρόγεια νόηση
καὶ ἀναπηδᾷ στὴ χύτρα τοῦ πεπρωμένου ὁ χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω τ᾿ ἀσπράδι σου.

Ἐγὼ λοιπὸν ἔκπληχτος ἀπὸ χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ἀνατείνομαι ὄνειρος
ἀποβάλλοντας τὸ πραγματικὸ κι ἀναθυμούμενος μόλις
ἐκείνη τὴν ἀρτηρία τοῦ ἀόρατου
τὴν πλεξούδα τοῦ καπνοῦ σὲ ἀνώδυνο ὕψος.

Ἐδῶ ἐπιμένουμε ὅλοι.
– Ἄννα, τί συμβαίνει;
– Ἄρχισε ἡ ἐπίθεση.
– Ἄννα, ἔχε γειά, θὰ πεθάνουμε.
– Νικολάι, σ᾿ ἀγαποῦσα ὁλόκληρη.
– Μίαν ἄλλη φορά, θὰ ξαναγίνει, Ἄννα.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *