«Μεταξύ κριτικής και ευπρέπειας»
της Κατερίνας Μαριάτου

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss


martinakis-5Διαβάζοντας το  σημείωμα αυτοπροσδιορισμού της Δραγονέρας, αν κάτι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον συντάκτη του είναι η ειλικρίνειά του εξαρχής όταν δηλώνει πως η Δραγονέρα Δεν Είναι Κάτι. Πως οι γράφοντες σε αυτήν δε συμφωνούν μεταξύ τους απαραίτητα (και αυτό παρουσιάζεται ως αγαθό), ενώ όλοι τους ανεξαιρέτως ξέρουν περισσότερα απ’ όσα γράφουν, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι το εγχείρημα παραδίδεται από τα γεννοφάσκια του στην τακτική της αποσιώπησης κι ενός υφέρποντος μυστικισμού.

Ο κοινός παρονομαστής, το συνεκτικό στοιχείο που θα μπορούσε να διατηρήσει τα κείμενα και την συντακτική ομάδα σε σώμα, συνάγεται από το σημείωμα πως είναι μόνο ένα. Είναι «τα όρια μεταξύ κριτικής και ευπρέπειας»…

Είναι γεγονός πως αποφάσισα καθυστερημένα να δώσω σημασία  στο τι λέει το αυτοπροσδιοριστικό σημείωμα, ενώ ήδη είχα προσπαθήσει να συμβάλω για περισσότερο από ένα χρόνο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της Δραγονέρας με προσωπικά μου κείμενα. Ομολογώ πως η διάθεσή μου για ουσιαστική παρέμβαση στα κοινά, η φιλόδοξη ιδέα πως κάτι μπορεί να γίνει και μέσα από αυτό το εγχείρημα, με έκανε να αγνοήσω τα σήματα. Όταν έφτασε η ώρα που βρέθηκα με την απορία αγκαλιά: τι στο καλό είναι/έγινε/παριστάνει η Δραγονέρα; τότε και μόνο βρέθηκα αντιμέτωπη με το περιεχόμενο του σημειώματος, το οποίο πλέον δεν έμοιαζε με χαριτωμένο ευφυολόγημα, όπως τον πρώτο καιρό, αλλά με αποκρυπτογραφημένο  σχέδιο που έχει ήδη πραγματωθεί, παρασύροντάς με σε ένα απορριπτέο για μένα πλαίσιο.

Γιατί μόλις τώρα, δεκατρείς μήνες μετά το πρώτο μου κείμενο, τα μάτια μου «είδαν» τη φράση: μεταξύ κριτικής και ευπρέπειας, και το μυαλό μου πασχίζει να κατανοήσει με ποιο τρόπο τοποθετήθηκαν στο ίδιο συνεχές οι δύο ετούτες έννοιες. Μήπως τελικά αυτό που ομολογείται ανεπαίσχυντα είναι πως η κριτική σταματά εκεί που αρχίζει η ευπρέπεια; Αναρωτιέμαι, πώς κατάφερε ο συντάκτης του σημειώματος να παρουσιάσει την κριτική σαν πράξη που οφείλει να έχει όρια; Και με ποια διαστροφή της σκέψης τοποθέτησε την ευπρέπεια απέναντι στην κριτική; Τελικά, για να το πούμε με απλά λόγια, αυτό που ομολογείται είναι πως παραμένει ακατόρθωτο σε μια κλειστή κοινωνία σαν του νησιού να ασκείται κριτική μέχρις εσχάτων, χωρίς να χάνονται για κάποιους τα όρια της ευπρέπειας; Αυτός υπήρξε λοιπόν ο λόγος που η Δραγονέρα σταδιακά αποκόπηκε από την άσκηση κριτικής στα τεκταινόμενα εντός της τοπικής κοινωνίας και απορροφήθηκε από τα θέματα ιστορικοφιλολογικού και παγκόσμιου ενδιαφέροντος;

Είναι πραγματικά δύσκολο να μάχεσαι εντός του ίδιου κοινωνικού συνόλου τις νοοτροπίες που φέρουν πρόσωπα γνωστά και αναγνωρίσιμα. Το χριστιανικό μότο πως καταδικάζουμε τις πράξεις και όχι τα πρόσωπα, από την άλλη, οδηγεί στη σχιζοφρένεια. Τουλάχιστον όποιον δεν πιστεύει σε θεούς και διαβόλους και πως ετούτοι ορίζουν τις πράξεις των ανθρώπων, παρά δέχονται πως το ίδιο το άτομο φέρει την μοναδική ευθύνη για αυτές. Έτσι, συνήθως, οι ψυχικές αντιστάσεις που αναπτύσσονται προκειμένου να αποφευχθεί η κατά πρόσωπο αναμέτρηση με όποιον θα έπρεπε να τίθεται υπό την κριτική μας, είναι η ωραιοποίηση («έλα μωρέ, δεν εννοεί αυτά που λέει, είναι καλός άνθρωπος»), η υποτίμηση του κινδύνου («μη δίνεις σημασία, κανείς δεν τον ακούει»), η συγχώρεση («ό,τι και να έχει πει ή έχει κάνει, είναι γέρος, είναι άρρωστος, έχει οικογένεια, παιδάκια, άφησέ τον») και τελικά η συνθηκολόγηση («τόσα δίνω, τόσα παίρνω, γιατί να δημιουργήσω ρήξη;»).

Οι παραπάνω σκέψεις, ταλαιπωρώντας με για καιρό, παγιώθηκαν τελικά μετά την πολλοστή φορά που απηύθυνα πρόσκληση προς τους λοιπούς συντάκτες της Δραγονέρας, να τοποθετηθούμε συντεταγμένα απέναντι στην καθιερωμένη τακτική του μητροπολίτη Κυθήρων να παρεμβαίνει απευθείας στις κρατικές υποθέσεις με επιστολές μία στον Υπουργό Ναυτιλίας, μία στον Υπουργό Παιδείας κοκ.  Ο λόγος που θεωρούσα ότι η Δραγονέρα μπορούσε να εκφραστεί σε αυτό το μήκος κύματος, ήταν η βεβαιότητά μου πως δημιουργήθηκε για να διαμορφώσει και να εκφράσει στα Κύθηρα έναν νέο πνευματικό χώρο που να έρχεται σε ρήξη με τον παραδοσιακά συντηρητικό του νησιού. Βεβαιότητα πως ο κόσμος των αυθεντιών και των πνευματικών καθοδηγητών, (ο ίδιος που ευθύνεται για το φαινόμενο Δήμαρχος-βασιλιάς) όφειλε να δώσει τη θέση του στον κόσμο της αμφισβήτησης, της αναζήτησης και της προσωπικής ευθύνης του καθενός.

Έτσι, θεωρώ πως ήταν ευθύνη της Δραγονέρας να μιλήσει φωναχτά και για το περιεχόμενο της τελευταίας παρέμβασης του μητροπολίτη προς τον Υπουργό Παιδείας, σχετικά με την εγκύκλιο για τη Θεματική Εβδομάδα στα Γυμνάσια της χώρας. Να καταδείξει το αθέμιτο της παρέμβασης στα της Πολιτείας, να αποδομήσει τον ψευδοεπιστημονικό χαρακτήρα των επιχειρημάτων της αποσταλείσας επιστολής, περιεχόμενο που εκφωνήθηκε και ενώπιον των λειτουργών της Δημόσιας Εκπαίδευσης σε εκδήλωση της μητρόπολης που αφορούσε τη γιορτή των τριών ιεραρχών. Εν τέλει να γίνει μια ασπίδα για τους ευάλωτους μαθητές του νησιού παίρνοντας την πλευρά του ΥΠΕΠΘ, το οποίο τόλμησε να έρθει σε μια ανοιχτή ρήξη με το παλιό κατεστημένο.

Όπως είναι κατανοητό, η ανάρτηση ενός και μόνο κριτικού άρθρου που να αναφέρεται σχετικά, δεν θα αρκούσε από μόνη της, δημοσιευμένη μέσα σε ένα περιβάλλον που με την άρνησή του να αυτοπροσδιοριστεί ως κάτι, έχει χάσει την ευκαιρία να παίξει ριζοσπαστικό ρόλο στην αλλαγή της νοοτροπίας του νησιού. Γιατί, δεν αρκεί από τη μια να αναδημοσιεύεται το βίντεο με την Κατερίνα Καινούργιου που τα «χώνει» στον Πειραιώς, όταν από την άλλη είναι γνωστό τοις πάσι πως ο Πειραιώς και ο Κυθήρων συντάσσονται από κοινού ως οι ηγέτες του φονταμελιστικού, ζηλωτικού τμήματος της ιεραρχίας. Ποιο το κέρδος λοιπόν να μιλήσεις για το παραλήρημα του ενός, αποσιωπώντας το παραλήρημα του άλλου, του κοντινού, του «δικού» σου;

Είναι ολοφάνερο πως ως στίγμα της απρόσωπης -κατά τα άλλα- Δραγονέρας έχει επικρατήσει ένας λόγιος χαρακτήρας με θεωρητικά κείμενα των «αυθεντιών της αριστεράς» και όχι μόνο, ένα αόριστο ενδιαφέρον για πράγματα -σημαντικά βεβαίως-που συμβαίνουν πολλά μίλια μακριά μας και χαριτωμένα κείμενα που αφορούν το νησί δίχως να βάζουν το μαχαίρι στο κόκκαλο. Φυσικά δεν απουσιάζουν εξαιρέσεις στον κανόνα, όπως κείμενα των Γιώργηδων (Didi και Καλοβυρνά) και κάποιων ολίγων άλλων, οι οποίες όμως, μαζί τους και οι δικές μου παρεμβάσεις, δεν στάθηκαν ικανές να αποτρέψουν το σημερινό αποτέλεσμα. Η άποψη πως το ίδιο μέσο μπορεί να φιλοξενεί ποικίλες γνώμες, στέκεται λογικά μόνο στο βαθμό που η διαφορά στις απόψεις δεν είναι τόσο θεμελιώδους χαρακτήρα, γιατί το να μάχεσαι για την πολυπόθητη αποδόμηση (το μόνο δρόμο προς την εμφάνιση της Δικαιοσύνης) δεν μπορεί να συνυπάρξει παράλληλα με την δαιμονοποίησή της. Και τελικά, αυτό στο οποίο έχει διαμορφωθεί η Δραγονέρα είναι ένα ακόμα συντηρητικό μέσο.

Γιατί πώς να το κάνουμε. Ο δεκαοχτάρης που έστειλε email στην Μαίρη Συνατσάκη (βλ. βίντεο) εξομολογούμενος το δράμα του να είσαι έφηβος και γκέι σε μια μικρή νησιωτική κοινωνία, δε θα ένιωθε ποτέ την άνεση να το στείλει στη Δραγονέρα. Έτσι, το κορίτσι αυτό που το «μόνο» που ήξερε να κάνει, νομίζαμε πως ήταν το να δίνει συμβουλές μακιγιάζ, κατάφερε για αυτόν κάτι πολύ μεγαλύτερο από όλα τα άρθρα της Δραγονέρας μαζί. Ομοίως, η ξανθιά bimbo Κατερίνα Καινούργιου, που οι περισσότεροι εδώ μέσα θα πιστεύαμε πως έχει σιλικόνη ακόμη και στον εγκέφαλο, κατάφερε να σταθεί απέναντι στον διαταραγμένο Πειραιώς και να τον κάνει να πετάξει το μικρόφωνο. Αν δεν είναι δειλία το να κρυβόμαστε κρυφογελώντας πίσω από τα δικά τους κατορθώματα, τότε τι είναι;

 

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

11 σκέψεις για το “«Μεταξύ κριτικής και ευπρέπειας»
της Κατερίνας Μαριάτου

  1. Κατερίνα μου,
    για κάποιο λόγο (όχι και τόσο ανεξήγητο), το περίμενα αυτό το άρθρο.

    Υπάρχουν σημεία που διαφωνώ και συμφωνώ μαζί σου. Δεν θα τα αναλύσω όλα, απλά θα επιμείνω σε κάποια πολύ σημαντικά.

    1ον) Το εισαγωγικό σημείωμα αυτοπροσδιορισμού της Δραγονέρας, δεν είναι απαύγασμα σκέψης ενός ανθρώπου. Είναι συλλογικό και έγινε δεκτό από όλους τους αρχικούς συντελεστές της προσπάθειας αυτής.

    2ον) Συμφωνώ και πάντα τόνιζα ότι η Δραγονέρα θα έπρεπε πρωτίστως να κινείται δορυφορικά σε θέματα που αφορούν την τοπική κοινότητα. Σε αυτό το σημείο όμως θα πρέπει πρώτος να αναλάβω τις ευθύνες μου για την απουσία ή ολιγωρία μου να δράσω (γράφοντας). Και χωρίς να προσπαθήσω να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα, σήμερα είχα σκοπό να γράψω για θέμα που αφορά την κοινωνία των Κυθήρων (ή μέρος αυτής). Τώρα με βάζεις να το ξανασκεφτώ, για να μην φανεί ότι αντέδρασα στο κείμενό σου.

    3ον) Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που η Δραγονέρα δεν λειτούργησε συλλογικά. Ένα παράδειγμα είναι πράγματι αυτό που αναφέρεις. Δηλαδή η παρέμβαση της Μητρόπολης των Κυθήρων, στο θέμα της παιδείας (σχετικά με την θεματική εβδομάδα ενημέρωσης). Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι σε εμπόδισε κάποιος να γράψεις εσύ γι’ αυτό. Δεν καταλαβαίνω γιατί λοιπόν υπάρχει τέτοια αντίδραση από σένα. Γιατί έπρεπε να συνυπογράψουν όλοι.
    Η Δραγονέρα δεν περνάει από λογοκρισία τα κείμενα των συνεργατών της. Προφανώς δημοσιεύει κείμενα που είναι κοντά στις αρχές που την διέπουν. Συνεπώς είχες την άνεση και ελευθερία να γράψεις και να κατακρίνεις ότι θεωρούσες αρνητικό.

    4ον) Δεν είμαι ενάντια στην διαφάνεια. Όμως η δημοσιοποίηση ενός τέτοιου κειμένου απαξιώνει και δίνει την αίσθηση απόπειρας διάλυσης της Δραγονέρας. Θα ήταν καλύτερα λοιπόν να απευθυνόσουν στους συντάκτες για να παρουσιάσεις τις ανησυχίες σου. Ή ακόμα καλύτερα, να προσπαθήσεις περισσότερο να δώσεις το παράδειγμα εσύ (κι εγώ εννοείται) για την κατεύθυνση που θα ήθελες να ακολουθήσει η Δραγονέρα. Και όπως ανέφερες κι εσύ, ο Didi είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να καταγράψει τις ανησυχίες του.

  2. Για πολλά Κατερίνα έχεις δίκιο. Κυρίως για το πέπλο βολικής σιωπής που βουβά παρασέρνει τους ανθρώπους και τις ζωές που αφήνονται να παρασυρθούν. Όσο για το «δεν είναι», ε, προφανώς δεν είναι, αφού όλοι έχουμε θεμελιακά διαφορετικές αναφορές (άλλοι Κροπότκιν, άλλοι τους αδερφούς Μαρξ, εσυ το δεσποτατο, Ξυνατσακη, Καινούργιου κλπ). Εμένα μ’αρέσει αυτό, είναι αληθινό και ζωντανό. Αντί να το χαρείς αυτομαστιγώνεσαι.
    Κι ο Καλοβυρνάς επίσης έχει δίκιο στα περισσότερα. Βέβαια κι εμένα μου φάνηκε αρχικά λάθος μια αυτοαναφορική ανάρτηση, αλλά σιγά τα αυγά. Άλλο τόσο αυτοαναφορικό είναι να τη σχολιάζεις.

    Τέλος, αν διαλυθεί «κάτι που δεν είναι«, θα προκύψει «κάτι που είναι«; Σαν το big bang δηλαδή;

    Θυμάσαι προφανώς Κατερίνα οτι επίσης διαφωνήσαμε σε μια δική μου πρόταση για ανάρτηση – troll για την χριστουγεννιάτικη γιορτή του Κατηχητικού. Απλά έπεσε στην αντίληψή μου και σκέφτηκα να αφιερώσω έως 5 λεπτά για να καταδείξω την αυτοαποδόμηση εκείνης της σχισματικής ανακοίνωσης. Όχι παραπάνω. Πάμε λοιπόν σοβαρά, αφού το προτιμάεις :

    ——————————————————————————————–

    Το παλιό δίνει τη θέση του στο νέο. Μοιραία, αέναα, αναπόφευκτα. Το παλιό παλεύει σπασμωδικά να μην πεθάνει αλλά μάταια. Δεν ξέρει πια τους τρόπους. Κι όταν νομίζει οτι καταφέρνει να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, αυτές ήδη έχουν πάει 2-3 γενιές παραπέρα – όσο και η διαφορά ηλικίας των φορέων τους. Δείτε πόσο το απαρχαιωμένο ιερατείο τα τελευταία χρόνια υιοθετεί και χρησιμοποιεί με εφηβική ενοχή τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Με δύο αιώνες καθυστέρηση για να είναι «στο πνεύμα της εποχής». Μόνο που η εποχή αυτή έχει ήδη παλιώσει εδώ και δεκαετίες. Δείτε επίσης πως οι υπέργηροι δεσποτάδες τώρα ζηλεύουν τον Πάπα που έκανε άλμα 2 γενεών και πλέον ( εκεί που είχε μείνει στο οτι η γη είναι επίπεδη και κρυφά οι δικοί μας ελπίζαν να μην το παραδεχτεί ποτέ το Βατικανό ώστε να νιώθουν πιο σύγχρονοι ) υπολείπεται λιγότερο της εποχής μας από αυτούς.

    Φοβάμαι οτι η στενή παρακολούθηση των παραεκκλησιαστικών δραστηριοτήτων κάνει κακό στο σύγχρονο άνθρωπο (αλήθεια τώρα, πόσο καταθλιπτικό είναι να βλέπεις στο ιντερνετ την κοπή πίτας στο Κεραμωτό; Hello? Ζωή; ) Πολλώ δε μάλλον η έκφραση με όρους παραδοσιακής αντίθεσης. Προσωπικά πιστεύω οτι τα παραδοσιακά όπλα έχουν (όσο έχουν) νόημα μόνο ως έσχατη αντανακλαστική πρακτική λύση, όταν τα γκροτέσκα φαντάσματα γίνονται φυσικά επικίνδυνα ( τη στιγμή που σε βαράει ο φασίστας, ναι, δεν είναι ώρα για τρολλάρισμα ).
    Θεωρώ περιττή και χάσιμο χρόνου την αντιπαράθεση στο παλιό. Το μέλλον έρχεται να σβήσει το παρόν, όχι το παρελθόν.
    Αποτελεί όμως και μέγιστο τακτικό σφάλμα όταν αντιπαρατίθεσαι με τους ίδιους τους όρους του – οπότε είσαι εσύ που το ανασταίνεις. Ενδεικτική η λυκοφιλική σχέση ιερατείου και φασιστών. Σε κάθε ευκαιρία που τα «νεωτερικά» ΜΜΕ ασκούν την εύκολη πιασάρικη κριτική τους στην εκκλησία, σπεύδει η ΧΑ να υποστηρίξει τα χούφταλα (και να πάρει τις ψήφους τους).
    Ηδονικά η κάθε -απαραιτήτως όμορφη- τηλεπερσόνα με τις κοινοτυπίες των μηντιακών καφενείων ( «το δικαίωμα στη διαφορετικότητα» κλπ αυτονόητα ) αναπαράγει την – ήδη πολύ πριν τους Monty Python‘s – τελειωμένη μάχη του προνεωτερικού με τον νεωτερικό κόσμο. Πόσο δύσκολο είναι να εκνευρίσεις τον γέρο ώστε να πετάξει το μικρόφωνο; Μεγάλο κατόρθωμα…. Θυμάμαι τον παππού που μετά από μια ζωή κατάφερε τη γιαγιά να ψηφίσει δεξιά μόνο λέγοντάς της πόσο μάγκας ήταν ο Ανδρέας με τη Μιμή.
    Αλλά ο κυρ Αντρέας ήταν πιο προχώ από τον ξανθομπούμπουρα που λες, ήταν troll.
    Και τη δουλειά του την έκανε μια χαρά.

    • Θα ήθελα να κάνω δύο απαραίτητες διορθώσεις. Είναι Συνατσάκη η κοπέλα, όχι Ξυνατσάκη. Επίσης, είναι «Monty Python» και όχι «Monty Python’s» . Ενδεχομένως να μπερδεύεσαι από το Monty Python΄s Flying Circus όπου το «΄s» τοποθετείται απλά για δηλώσει πως είναι δικό τους το τσίρκο. Αντιθέτως το «Καινούργιου» το πέτυχες αν και θα ήταν εύκολο να πέσεις στην παγίδα και να γράψεις «Καινούριου». Βεβαίως πρόκειται για ιστορικό όνομα καθώς από αυτό έχει προκύψει και η φράση των Βραζιλιάνων πλαστικών χειρουργών «το έκανα σαν Καινούργιου».

  3. Προκύπουν δύο ερωτήματα:

    1.Υπάρχει πραγματική συγκρουσιακή δυνατότητα μέσω της γραφής σήμερα;
    Δεν ανακαλύπτεις και την Αμερική αν αναγνωρίσεις ότι και φτηνά ριάλιτι σοου τα καταφέρνουν καλύτερα σε αυτό τον τομέα εδώ και χρόνια.
    Πόσο μάλλον όταν τα γραπτά προορίζονται για μια ελιτίστικη (δεν τον λέω για κακό) ιστοσελίδα όπως η Δραγονέρα.

    2. Η συγκρουσιακή τακτική παρ’ όλα αυτά, θα ωφελούσε να αλλάξει προς το καλύτερο κάτι στα Κύθηρα;
    Λέω ασφαλώς όχι, μια και δεν πρόκειται (όσο και αν επιμένει η Κατερίνα) για τα άτομα αλλά για την νοοτροπία. Αυτή η νοοτροπία είναι αποτέλεσμα (δικαιολογημένου;) φόβου απέναντι στο νέο και η δράση θα δημιουργήσει αντίδραση που θα πολώσει και θα βλάψει τον στόχο της αλλαγής της συλλογικής συνείδησης. Συγκρουσιακές δράσεις έχουν αποτελέσματα στις πόλεις όπου ο μεγάλος αριθμός εμπλεκομένων (όπως και στα έντομα) μεταλλάσσει γρήγορα την πραγματικότητα. Όταν αλλάξει η πραγματικότητα στην πόλη, τότε ίσως να αλλάξει και ο τρόπος που σκεπτόμαστε στην επαρχία.

    Αυτά λέει κατά την γνώμη μου η λογική και αυτά καταλογίζει ως στάση η Κατερίνα στους συνεργάτες της στην Δραγονέρα (δηλαδή στον Ανδρέα) αποκαλώντας τους συντηρητικούς (δίκιο έχει, αλλά και λίγη συντήρηση όταν όλα αλλάζουν τοσο γρήγορα, χρειάζεται) και κότες (αυτό δεν το λέει 🙂 …

    Από εκεί και πέρα, απρόβλεπτοι αρθρογράφοι, με κότσια «ταύρου εν υαλοπωλείω» όπως η Κατερίνα, είναι πολλαπλώς χρήσιμοι κοινωνικά. Γιατί θα θίξουν θέματα όπου η λογική δεν φτάνει…
    Αν από τα άρθρα της έλλειπε κάποιος, ηθικολογικός ας τον πούμε, τόνος, όπου μάλλον απλουστεύει και ως εκ τούτου δεν βοηθά να διαβαστεί και τόσο σωστά η πραγματικότητα, τότε θα είχαν ιδιαίτερη και αποτελεσματική ίσως συγκρουσιακή αξία.
    Χρόνια πολλά στου Δράκους και στις Δρακούλες!

  4. Έβαλα τα κυάλια μου σήμερα για να ξαναδώ από μακρυά όπως πάντα φιλοπερίεργα την Δραγονέρα σας. Ομολογώ πως ήταν μεγάλη και ευχάριστη έκπληξη για μένα αυτό το άρθρο που σκιαγραφεί με καθαρή σκέψη και χειρουργική ακρίβεια, το πώς η λειτουργία μιας βουερής πολυφωνίας ετερόκλητων άρθρων, μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του πλουραλισμού της σημερινής καθημερινής μας ζωής.

    Δεν το κρύβω πως η πρώτη μου αίσθηση από τότε που άρχισα να παρακολουθώ την Δραγονέρα ήταν πως άπλωνα χέρι στα ερείπια της Βαβέλ, αφού η πολυγλωσσία των ερμηνευτικών που συνυπάρχουν στο συγκεκριμένο σάιτ δεν μου αποκάλυπτε με ευκολία τον συνεκτικό ιστό που συνδέει τους συντάκτες του. Ο δηλωτικός χαρακτήρας του “Εμείς” παρέπεμπε ευθέως για μένα στον αποφατικό χαρακτήρα της θεολογίας όπως τον υιοθέτησε η αριστερή γλωσσολαλιά των πρώην σοβιετικών. ‘Ετσι άρχισα στο διάβα του χρόνου να διαπιστώνω το αρμονικό τάνγκο δυό εκδοχών του κόσμου των αυθεντιών, των χριστιανών ιεροκηρύκων και εκείνου των αριστερών καθοδηγητών. Μόνο που εδώ το κρίσιμο δεν είναι ο επιθετικός τους προσδιορισμός, αλλά το ότι τοποθετούν τον εαυτό τους στο θρόνο της «αυθεντίας». Παράλληλα όμως συνυπήρχε, ίσως για να μην φανερώνεται το παλιό(;), η λογοτεχνική γραφή που έχει πυξίδα της την ακηδεμόνευτη κριτική σκέψη που αποζητά με ευθύνη τρόπους σύνθεσης της κάθε ετερότητας με το κοινό.

    Ξαναδιάβασα με αφορμή το άρθρο τον αυτοπροσδιορισμό της Δραγονέρας στο «Εμείς». Ο συντάκτης του κειμένου μού έφερε στο νου την κατάσταση στην Γιουγκοσλαβία μετά τον θανατο του Τίτο. Τότε συγκροτήθηκε ένα συμβούλιο με τους γραμματείς των έξη δημοκρατιών που κυκλικά θα εναλλάσσονταν στην προεδρία. Έμοιαζε αυτό το ακηδεμόνευτο δημιούργημα που συστήθηκε, τόσο δημοκρατικό, τόσο φιλελεύθερο! Μόνο που ένας από τους εμνευστές του ήθελε απλά να κάνει την δουλιά του…ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς! Αναρωτήθηκα μήπως η αρθρογράφος απλά ρίχνει τον προβολέα για να υποψιάσει την παρέα σας πως υπάρχει κάποιος τέτοιος μέσα στο αποφατικό του «Εμείς», που αφήνει άλλους να βγάζουν το φίδι από την τρύπα ασκώντας την «κριτική» με κοινωνικό κόστος, ενώ εκείνος για τον εαυτό του έχει καπαρώσει την «ευπρέπεια» ;

    Αλήθεια είναι δύσκολο να δει κανείς πως το «παραεκκλησιαστικό» παρακολουθεί και επεμβαίνει στον σύγχρονο άνθρωπο, έχοντας μάλιστα την θεσμική έκφραση του εκκλησιαστικού; Πότε ήταν ευπρεπές το εκκλησιαστικό απέναντι στο παιδί που στο σχολείο ήταν ομόφυλο;

    Η αντιπαράθεση με το παλιό όπως γράφει ο Α. Μ. είναι όντως μάταιη, αλλά η κατάθεση του νέου με μια καταφατική πρόταση είναι ευθύνη του παρόντος. Δεν έρχεται το μέλλον σαν από μηχανής θεός στον παρόν μας, αλλά όπως ήδη γνωρίζουμε απαιτείται ρωμαλέα ρήξη και διακοπή με το παλιό, για να αναδυθεί το νέο.

    Αυτό λοιπόν που εγώ κατανοώ διαβάζωντας την αρθρογράφο δεν είναι μια πρόκληση του παλιού σε μονομαχία, αλλά για την αποστολή μιας πρόσκλησης στους συνεργάτες της, για την καταγραφή του νέου. Όταν αυτό συμβεί τότε η γραφή, αποκτά την δυνατότητα νέας δημιουργίας έστω και μέσα σε κλίμα συγκρουσιακής αντιπαράθεσης. Η διένεξη σας λοιπόν για ένα τρίτο μάτι δεν είναι αφορά τον τακτικισμό απέναντι στο παλιό, ούτε την μεσσιανική προσδοκία ενός λυτρωτικού μέλλοντος από κάποια μεγαλούπολη στο νησί σας, αλλά για την ευκαιρία μιας διεργασίας ακηδεμόνευτης, καταβάλλοντας κόπο, αναλαμβάνοντας ευθύνη, εκθέτοντας τον εαυτό σας και αναλαμβάνοντας το κόστος της όποια κριτικής σε αυτήν, είτε κακόβουλης, είτε καλόβουλης. Τότε ναι έχεις «κάτι που είναι»!

  5. Επικοινωνούμε αποδίδοντας στους όρους την ίδια έννοια; Έχω την αίσθηση οτι αυτό που αντιλαμβάνομαι ως ξεπερασμένο και το βαφτίζω ως «παλιό», εσείς το λέτε «παρόν».

    «Η αντιπαράθεση με το παλιό όπως γράφει ο Α. Μ. είναι όντως μάταιη«. Περιττή και χάσιμο χρόνου, έγραψα. Get a life εννοούσα.
    Μικρή η παράφραση αλλά δείχνει οτι δεν έγινα κατανοητός. Παρακαλώ ξανακοιτάξτε τα παραδείγματά μου διότι με τέτοια ερμηνεία φυσικά και καταλογίζετε μεσσιανισμό.

    Αλλά να δώσω και άλλo ένα, πιο ξεκάθαρο ελπίζω, παράδειγμα.

    Στο πεδίο της μουσικής (Π.Λ., διόρθωνέ με…).
    Έχετε πιθανότατα ακούσει κάποια νεόκοπα άσματα που μιμούνται «παραδοσιακά» τραγούδια, ή κάποια σαχλά νεο-«ρεμπέτικα». Ή, αν τις παρακολουθείτε κι εσείς, σε κάποια ΠΑΡΑεκκλησιαστική γιορτή τα τραγουδάκια των οργανώσεων στα οποία χοροστατεί συνήθως ο προκαθήμενος. Ακριβώς το ότι είναι τόσο γκροτέσκα με δυσκολεύει να αφιερώνω πολύτιμο χρόνο για να ψάχνω που ακούγονται και να τρέχω να τα καταγγείλω. Εκτός αν πιστεύετε οτι απειλούν το μέλλον της μουσικής περισσότερο από οτι το διεθνές και εγχώριο star system. Ισχυρίζομαι λοιπόν, οτι η ξανθούλα που κράζει τον Πειραιώς είναι το ίδιο σαν να κράζει ο Ρουβάς τον Αμβρόσιο που τραγούδησε τα «χριστιανόπουλα» διαγωνιζόμενος στο The Voice.

  6. Ίσως αποτελεί περίσσιο θράσος το να απαντήσω πάλι κάνοντας κατάχρηση της φιλοξενείας της Δραγονέρας. Άλλωστε το τελευταίο που θα ήθελα να εκπέμψω σαν σήμα είναι πως είμαι κάποιος σοφός διαφωτιστής που θέλει να σας ανοίξει τα μάτια. Εάν όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει τότε καθόλου δεν θα θιχτώ από το να μην δημοσιευθεί η απάντηση μου αυτή στο σχόλιο του Α.Μ.
    Θα ήθελα να διευκρινήσω στην αρχή πως η διαφορετική χρήση των όρων «παλιό» από την μεριά σας και «παρόν» από την δική μου, δηλώνει μια λεπτή εκφραστικά, αλλά δομική διάκριση στο βλέμμα μας. Για σας το «παλιό» δεν επηρεάζει την καθημερινή ζωή, για μένα δηλώνει την παρουσία του επηρεάζοντας ακόμη κι όσους από μας δεν το θέλουμε στην ζωή μας. Αυτό το πιστεύω γιατί κάθε διάρρηξη μιας ιστορικής συνέχειας, ειδικά στο θρησκευτικό φαινόμενο, δεν επιφέρει μόνο μια νέα πορεία, αλλά συντηρεί σε παράλληλη τροχιά και την προηγούμενη, ό,τι ονομάζεται σήμερα recontextualization.
    Φυσικά αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην κοινωνική μας πραγματικότητα, αλλά πάνω απ’ όλα στην ίδια την χρήση της γλώσσας. Όταν λοιπόν υπερτονίζουμε το «ΠΑΡΑεκκλησιαστικό» τότε σημαίνουμε μια διάκριση του από το «υγιές» εκκλησιαστικό! Εάν με αυτό υπονοείτε την λατρεία της εκκλησίας, τότε μας εισάγετε στον ψυχοπαθολογικό χώρο της ταύτισης των εικόνων και των συμβόλων της με την πραγματικότητα. Αν πάλι υποδηλώνετε τη σχέση των προσώπων, τότε σημαίνει την αγάπη ναρκοθετημένη από μια ανώτερη αρχή π.χ. Χριστός, που την ολοκληρώνει(;). Αυτό είναι που δηλώνει ο Charles Taylor λέγοντας «We live a fractured spirituality.»
    Το σημαντικό για την δική μου προσέγγιση είναι πως ο αριστερός χριστιανισμός τύπου «Χριστιανικής Δημοκρατίας» που είναι έκδηλος στα κείμενα του σάιτ, όπως ορθά επισημαίνει η αρθρογράφος, αποβαίνει έκδηλα αντι-ιστορικός. Εδώ θα μου επιτραπεί να σας παραθέσω την γνώμη του Π. Κονδύλη «Όσοι επιλέγουν τη θεωρία έναντι της ιστορίας το κάνουν όχι γιατί κινούνται σε υψηλότερες σφαίρες, όπως συχνά πιστεύουν οι ίδιοι, αλλά από πνευματική νωθρότητα. Γιατί οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση.»(Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης, σελ. 75)

    • Το περίσσιο θράσος είναι προϋπόθεση για να ψηλαφήσουμε τα μυστικά βάθη της φιλοξενίας – με των οποίων τη δέσμευση ο ανάλαφρος ηλεκτρονικός επισκέπτης συνήθως νιώθει άβολα.
      —————————————————————–
      Κατ’αρχάς η ( τολμώ να υποθέσω βιαστική και ημιμαθής) αντίδραση της δυτικής θεολογίας στο οτι ο Θεός απεδείχθη εφτάψυχος δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται σε αποφθέγματα τύπου «fractured spirituality», ούτε βέβαια να συζητηθεί εδώ (και σίγουρα όχι από εμένα….)

      Για αυτά λοιπόν που ελπίζω να είμαι κάπως ικανός να παρακολουθήσω το επίπεδο της γραφής σας, αισθάνομαι οτι εξακολουθείτε παρά την πασιφανή ιστορικότητα των παραδειγμάτων μου, να εξαρθρώνετε το λόγο μου προς απόλυτες θέσεις («θεωρίες»;). Πότε πχ είπα οτι το παλιό δεν επηρεάζει την καθημερινή μας ζωή; (και δεν αναφέρομαι μοναχά στην συνεχή ηχώ του παρελθόντος αλλά και στους θνήσκοντες φορείς του). Ισχυρίστηκα οτι όταν το παλιό μασκαρεύεται ώστε να δείχνει νέο, το θέαμα είναι γκροτέσκο και περισσεύει να το κοροϊδέψεις περισσότερο από όσο το ίδιο καταφέρνει.

      Θα τολμήσω ένα ακόμα παράδειγμα, από το αντικείμενό μου ετούτη τη φορά, που ελπίζω να καταστήσει σαφή τη θέση μου.
      Ασκώντας την αρχιτεκτονική σε ιστορικό περιβάλλον (οικισμούς, παραδοσιακά σύνολα) η πεπατημένη οδός σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι η μορφολογική, λειτουργική και τυπολογική εξέλιξη των κτιρίων αλλά η απομίμηση των παλαιών μορφών. Τάση που ήδη έχει κριθεί και κατακριθεί διεθνώς και εγχωρίως αλλά παραμένει κυρίαρχη χάρη στην αδράνεια της διοίκησης και στην ευκολία που παρέχει το μεταμοντέρνο «everything goes» σε σχέση με τη βάσανο μιας διεργασίας ακηδεμόνευτης, κοπιαστικής, υπεύθυνης και με κόστος. Ήδη πάντως σε μεγάλο βαθμό, κοινωνικά, η μόδα του «νεοπαραδοσιακού» έχει παρέλθει κι αυτό αποτυπώνεται στη φθίνουσα υπεραξία της στην αγορά ακινήτων και στην αύξηση της ζήτησης για πραγματικά σύγχρονη αρχιτεκτονική. Στην πρόσφατη σύσσωμη προσπάθεια των ελλήνων αρχιτεκτόνων να τροποποιήσουν το ανεκδιήγητο θεσμικό πλαίσιο που επιβάλλει την αναπαραγωγή κτιρίων κακέκτυπων του παρελθόντος, ο μικροεργολάβος (που είχε βολευτεί με αυτό) βρήκε (νομίζει) έναν απροσδόκητο σύμμαχο : τις δυνάμεις του real estate μεγάλης κλίμακας όπως αυτές παρεισφρύουν στα υπουργεία, οι οποίες αντιδρούν κρυφά και λυσσαλέα στο ενδεχόμενο η αρχιτεκτονική πράξη να γίνει προσωπική, εμπνευσμένη και φορέας νοήματος. Μάλιστα, ακριβώς το «recontextualization» ( όπως το εννοεί η άρχουσα τάξη φυσικά ), επιστρατεύεται για να μασκαρέψει και να προσδώσει προκάλυμα νεωτερικότητας και τοπικότητας στα α-τοπικά καταναλωτικά κτίρια που εξυπηρετούν τη μέγιστη κερδοφορία του κεφαλαίου. Όσο λοιπόν κι αν ο μικροεργολάβος –ο θνήσκων φορέας του παλιού- με ταλαιπωρεί ακόμα καθημερινά, έχει πάψει πλέον να είναι σημαντικός εχθρός της αρχιτεκτονικής. Η εξόντωσή του με μια φαντασμαγορική χαριστική βολή ( που πλέον είναι εύκολη στη σύγχρονη αρένα) στις παρούσες συνθήκες θα έφερνε τον κρυμμένο ισχυρότερο εχθρό (που είναι ο ανταγωνιστής για το μέλλον) σε ακόμα πλεονεκτικότερη θέση.
      Η μάχη λοιπόν απαιτεί ελιγμούς. « Μη καταπίνεις το δόλωμα που σου πετάει ο εχθρός » ( μιας και αγαπάτε τον Κονδύλη σίγουρα θα αγαπάτε και τον Σαν Τζου ).

      Όσο για το recontextualization, εάν δεν το αναφέρετε ως σύγχρονη μόδα αλλά το προσλαμβάνετε κι εσείς ως διαχρονική δρώσα συνιστώσα της κοινωνικής εξέλιξης, τότε πώς λέτε οτι «δεν θέλετε στη ζωή σας το παλιό«; Επιτρέψτε μου να σας καταλογίσω την ανιστορικότητα που μου προσάψατε και να κάνω ρελάνς με Βάλτερ Μπένγιαμιν ( » Για την έννοια της ιστορίας » ) :
      « Η ιστορία αποτελεί αντικείμενο μιας κατασκευής, τόπος της οποίας δεν αποτελεί ο ομοιογενής και κενός χρόνος αλλά ο χρόνος που πληρούται από τωρινό χρόνο. Έτσι η αρχαία Ρώμη υπήρξε για τον Ροβεσπιέρο ένα παρελθόν γεμάτο τωρινό χρόνο που το απέσπασε από το ιστορικό συνεχές. Η Γαλλική επανάσταση κατανοούσε τον εαυτό της ως επανακάμπτουσα Ρώμη. Ανέφερε την αρχαία Ρώμη όπως ακριβώς η μόδα αναφέρει ένα ρούχο του παρελθόντος. Η μόδα μυρίζεται το επίκαιρο οσοδήποτε βαθιά και αν σαλεύει στις συστάδες του άλλοτε. Η μόδα είναι ένα άλμα τίγρης προς το παρελθόν. Μόνο που λαμβάνει χώρα σε μιαν αρένα που τελεί υπό τις διαταγές της άρχουσας τάξης.»
      [Σταματάω εδώ την παράθεση διότι αν συνεχίσω θα με ξανακατηγορήσετε για αριστερό χριστιανισμό…]

      • Προβληματίστηκα πολύ για το εάν πρέπει να απαντήσω στο σχόλιό σας, όταν τόσο εύκολα δείχνετε να έχετε πέσει θύμα της άκριτης «γιανναρικής» ελαφρότητας, «…(βιαστική και ημιμαθής) αντίδραση της δυτικής θεολογίας στο οτι ο Θεός απεδείχθη εφτάψυχος»!!!
        Θα κλείσω την κουβέντα μας με μόνο την επισήμανση πως εναντιώνομαι σε κάθε μορφή επαναπλαισίωσης (recontextualazation) είτε του θρησκευτικού, είτε του πολιτικού, για λόγους που η στενότητα του χώρου εδώ δεν μου επιτρέπουν να αναπτύξω.
        Άλλωστε η Δραγονερα σας κατά την γνώμη μου αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή σύναψης της πίστης με τον πολιτισμό, δλδ ένα στην πράξη μόρφωμα «επαναπλαισίωσης του χριστιανισμού,» που είναι ο σύγχρονος τρόπος των «πιστών κριτικής σκέψης».
        Αυτός είναι και ο λόγος που είδα σαν εξαίρεση το κείμενο της αρθρογράφου K. M. το οποίο θεωρώ πυξίδα για την καλλιέργεια του «μετα-μοντέρνου κοσμικού» στο τόπο μας.
        Το σημαντικό κατά την γνώμη μου για το δημόσιο χώρο, στο οποίο ανήκουμε όλοι, δεν είναι αν υπάρχουν παραδοσιακοί γκροτέσκο πιστοί ή ρελατιβίστες, ή άθεοι, ή αγνωστικιστές, ή κριτικής σκέψης πιστοί, ή αναζητητές, κ.α., αλλά βρίσκεται στο ποιος καταλαμβάνει το κέντρο της πλατείας και ποιος το περιθώριο.
        Η γνώμη μου είναι πως το Κοσμικό και το Δημόσιο είναι ανάγκη, αν θέλουμε να προχωρήσει αυτή η κοινωνία μπροστά, να είναι ταυτισμένα τόσο στην συνείδηση μας, όσο και στην πρακτική μας. Άρα όποιος καταλαμβάνει το κέντρο της πλατείας από τους πολίτες είναι φασίστας, κι όποιοι σιωπούν στο παρασκήνιο ή κάνουν πως δεν βλέπουν το προφανές, απλά τον συνδράμουν…
        Ευχαριστώ για την φιλοξενία.

        • Εγώ ευχαριστώ (προσωπικά αλλά και εκ μέρους της Δραγονέρας πιστεύω) για την πολύ ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική συζήτηση. Ας την σταματήσουμε εδώ και ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να επανακάμψουμε.

  7. Είναι από τις λίγες φορές που δεν μπορώ να προσθαφαιρέσω ή να εξηγήσω περισσότερο έστω ένα κόμμα από το κείμενο που έχω γράψει, το οποίο πιστεύω πως έχει τις απαντήσεις σε όσα ερωτήματα ή αντιρρήσεις τέθηκαν στη συνέχεια.
    Το μόνο σημείο που ίσως θα ήθελα να σταθώ είναι πως δε θα μπορούσα να είμαι οπαδός της κριτικής αρθρογραφίας και συγχρόνως να αισθάνομαι είτε πως «αυτομαστιγώνομαι», είτε πως αναλώνομαι σε «αυτοαναφορικότητες», πόσο μάλλον με την καταστροφική ορμή ενός «ταύρου εν υαλοπωλείω»…
    Παρά την παρουσία αυτών των εκφράσεων όμως, νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω όλους όσους συμμετείχαν με τα σχόλιά τους στη συζήτηση αυτή, καθώς κάθε μια παρέμβαση είναι και ένα εμπεριστατωμένο κείμενο γνώμης, που διεύρυνε τα όρια του θέματος και ευεργέτησε εντέλει την ίδια την Δραγονέρα. (Στέφανος, -1)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *