Αριστερά – Δεξιά
του Ορέστη Διδυμιώτη

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Στην επαναστατημένη Γαλλία του 1789, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης ψηφοφορίας της συντακτικής συνέλευσης για την παραχώρηση δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο) στον βασιλιά, οι υποστηρικτές του βέτο (ευγενείς, κλήρος) κάθισαν στα δεξιά του προεδρικού εδράνου, ενώ όσοι ήταν ενάντια (οι εκπρόσωποι της Τρίτης Τάξης) στα αριστερά. Η τοπολογική διάκριση που εγκαινιάστηκε σ’ εκείνη τη ψηφοφορία έμελλε να καθορίσει με τρόπο αμετάκλητο τη σύγχρονη πολιτική ορολογία. «Είναι όμορφο αυτό το μικρό ατύχημα της ιστορίας», γράφει ο Ζαν Λυκ Νανσύ, «που ήθελε να κάθονται αριστερά και δεξιά οι πολιτικές ομάδες […] που ολόκληρος ο κόσμος ακόμη και σήμερα θέλει να περιγράφει με αυτόν τον τρόπο. Είναι όμορφο στην τυχαιότητα του» […] το γεγονός ότι έχει επεκταθεί στο πεδίο της συλλογικής ζωής, εκέινο που δεν είναι παρά μια «ασύμμετρη ιδιότητα του ανθρώπινου σώματος στο οποίο η καρδιά βρίσκεται στα αριστερά και το συκώτι στα δεξιά»1.

luibov-popova-eearth-in-turmoil-1922-1923

Είναι σαφές ότι η διάκριση αριστερά – δεξιά νοηματοδοτείται από τα επίδικα της συγκυρίας, τους πολιτικούς αγώνες και τα διακυβεύματα της κάθε εποχής. Στις αρχές του 19ου αιώνα, αριστερός ήταν όποιος συνέχιζε το έργο της επανάστασης ενάντια στη μοναρχία, ενώ δεξιός ήταν εκείνος που έκανε συμβιβασμούς με αριστοκρατικά πρότυπα του παρελθόντος. Η ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, η είσοδος της εργατικής τάξης στην πολιτική σκηνή, η επίδραση του μαρξισμού, η άνοδος του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού οριοθέτησαν εκ νέου τη διάκριση αριστερά – δεξιά με διαφορετικά αυτή τη φορά κριτήρια (τα δικαιώματα των εργαζομένων, ο έλεγχος των μέσων παραγωγής κ.λπ.). Το ίδιο συμβαίνει στις μέρες μας με τον νεοφιλελευθερισμό και τα προτάγματα της εποχής μας. Ωστόσο, παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τη συνθετότητα των πολιτικών αγώνων (γεγονός το οποίο προσπαθεί να εκμεταλλευτεί η νεοφιλελεύθερη αφήγηση περί αναγκαιότητας υπέρβασης των παλιών διαχωρισμών), η διάκριση αριστερά – δεξιά παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Κοινωνικές συγκρούσεις με ταξικά χαρακτηριστικά, εξεγέρσεις δούλων και πληβείων υπήρχαν και στο παρελθόν (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Σπάρτακος). Ποτέ όμως δεν είχε υπάρξει, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση, το αίτημα για θεμελίωση των αγώνων στον ίδιο το λαό. Το καινούργιο, το αληθινό καινοτόμο που κόμισε το 1789 είναι η ανάδυση μιας νέας ανθρωπολογικής συνθήκης που καθιστά τον άνθρωπο παραγωγό του ίδιου του εαυτού του. Ακολουθώντας τον συλλογισμό του Νανσύ2 και απλοποιώντας αρκετά, θα λέγαμε ότι η δεξιά παραμένει πιστή σε μια υπέρτερη αρχή σύμφωνα με την οποία υπάρχει κάτι που «αξίζει να τιμάται». Μπροστά στην ενδεχομενικότητα της ανθρώπινης παραγωγής, βιάζεται να μεταθέσει τα χαρακτηριστικά «αυτού που είναι δεδομένο». Η δεξιά υποστηρίζει την τάξη και την εξουσία, γιατί η σκέψη της είναι «δομημένη βάσει μια τάξης που επιβάλλεται καθ’ αυτή». Επιζητά την ασφάλεια και την τήρηση των νόμων, επειδή μονάχα αυτά τα πράγματα ανταποκρίνονται στη «θεμελιώδη αλήθεια» για την καταγωγή του κόσμου και την αναγκαιότητα των περιορισμών που η ίδια επιβάλλει. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν παρά διακριτές ενότητες ατόμων συνδεδεμένες με μια γλώσσα, μια ιερότητα, έναν τόπο, μια πατρίδα. Ο λόγος της έχει πάντοτε να κάνει με μια καταγωγή ή κληρονομιά την οποία οφείλει να διαφυλάξει (διαφύλαξη της εθνικής κληρονομιάς, της παράδοσης κ.λπ.). Η δικαιοσύνη (στα γαλλικά droit σημαίνει δεξιά και δίκαιο) εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν στη φύση και στην κοινωνία: ο μισθός, η περίθαλψη, η πρόνοια, η ευημερία, η ευτυχία καθορίζονται βάσει των δυνατοτήτων της παραγωγής, συχνά μέσω μιας λυτρωτικής επικύρωσης (θεός, χάρισμα, μοίρα, αγορά). Εν ολίγοις, η δεξιά συνεπάγεται μια μεταφυσική ενός αρχέγονου δεδομένου (ανθρώπινη φύση, κοινωνική ιεραρχία) σε σχέση με το οποίο λίγα ή ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν.

Αριστερά είναι εκείνη η πλευρά του κόσμου στην οποία δεν υπάρχουν βεβαιότητες ούτε δεδομένα. Είναι το άνοιγμα μιας άλλης ιστορίας που δεν «προέρχεται από κανένα δεδομένο σπόρο» και παραδίδει τον κόσμο στην ευθύνη του ανθρώπου3. Η αριστερά παύει κάθε θεολογικό-πολιτικό λόγο. Μπροστά στο άγχος της αναγκαιότητας, αντιπροτείνει το ανοιχτό γίγνεσθαι της επινόησης. «Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος. Γίνεται δρόμος βαδίζοντας», γράφει ο εξόριστος ποιητής Αντόνιο Ματσάδο4. Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που να προηγείται της ύπαρξης. Δεν υπάρχει άλλο δεδομένο πέρα από τη χωρικότητα του «είμαστε εδώ». Τα πάντα οφείλουν να (επανα)επινοηθούν – η κοινωνία, η δημοκρατία, ο κομμουνισμός, η ίδια η αριστερά. «Έκπληξη», […] αυτός «είναι ο μόνος δυνατός ορισμός του κομμουνισμού», […] «είναι η ίδια η ζωή στην έσχατη της αλήθεια», γράφει ο Λουί Αλτουσέρ5. Η χειραφέτηση περνάει μέσα από την επινόηση ή, όπως υποστηρίζει ο Αγκάμπεν, μέσα από τη βεβήλωση: «βεβηλώνω σημαίνει αποδίδω εκ νέου στην ελεύθερη χρήση των ανθρώπων ότι είχε διαχωριστεί στη σφαίρα του ιερού». Σε αντίθεση με την εκκοσμίκευση «που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μετατρέπει την ουράνια μοναρχία σε επίγεια μοναρχία αφήνοντας άθικτη την κυριαρχία» […] η βεβήλωση «απενεργοποιεί τους μηχανισμούς της εξουσίας και επιστρέφει στην κοινή χρήση τους χώρους που η εξουσία είχε κατασχέσει»6. Πρόκειται για μια πολιτική πράξη που διανοίγει τη δυνατότητα εκμάθησης ενός «νέου τρόπου να παίζουμε μαζί». Αυτό άλλωστε δεν σημαίνει αριστερή διαλεκτική; Αρνούμαστε το υπάρχον (τα αμετάβλητα δεδομένα της κυρίαρχης ιδεολογίας) αλλά παρεμβαίνουμε σε αυτό, επιστρατεύοντας όλες μας τις δυνάμεις, όλα τα σχέδια και όλη μας τη φαντασία, με σκοπό να διανοίξουμε έστω μια μικρή ρωγμή, να επιτρέψουμε ένα νέο βλέμμα, να διαλύσουμε τις αναγνωρισμένες σαν προφανείς ερμηνείες, να θέσουμε ερώτηματα ως προς τη δυνατότητα αλλαγής, να προχωρήσουμε πέρα από το παιχνίδι των περιορισμών, να βεβηλώσουμε τα αβεβήλωτα που ορθώνει η δεξιά.

  1.  Nancy, J.L. (2013) Βγαίνοντας από τον πανικό. Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, σελ. 5.
  2.  Ό.π., σσ. 10-14.
  3.  Ό.π., σελ. 21.
  4.  Machado, A. (1912) Caminante no hay camino, extracto de Proverbios y cantares XXIX», Campos de Castilla, μτφρ. Ποιείν – Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης. Διαθέσιμο στο: http://www.poiein.gr/archives/19163
  5. Αλτουσέρ, Λ. (1992) Το μέλλον διαρκεί πολύ, μτφρ. Ελεφάντης Α., Κυλιντηρέα Ρ., Αθήνα: Πολίτης, σελ. 127.
  6. Agamben, G. (2006) Βεβηλώσεις, μτφρ. Τσιαμούρας, Π. Αθήνα: Άγρα, σσ. 127-128.
Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *