«Δάσκαλοι»
3. Σχολικές γιορτές και γιορτές

Της Κατερίνας Μαριάτου

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Από το 2001, που πρωτοπήγε στον παιδικό σταθμό το πρώτο μου παιδί μέχρι τη φετινή χρονιά, που τελειώνει πια το σχολείο, υπολογίζω πως έχω παραβρεθεί τουλάχιστον σε εβδομήντα σχολικές εκδηλώσεις-γιορτές (που με το καλό θα φτάσουν τις ογδόντα, μέχρι να ξεσχολίσει και το δεύτερο παιδί μου). Στην μακριά αυτή λίστα, υπολόγισα μόνο τις εθνικές επετείους και τις εκδηλώσεις λήξης του έτους, χωρίς να υπολογίζω, Χριστούγεννα, Πάσχα, Γιορτή της Μητέρας και ό,τι άλλο στάθηκε αφορμή για να ξετυλίξουν το δραματικό και χορευτικό ταλέντο τους μαθητές και δάσκαλοι.

Με μεγάλη δόση ειλικρίνειας, θα τολμήσω να πω  ότι στην συντριπτική τους πλειονότητα, οι γιορτές αυτές ήταν άκρως βαρετές, προχειροφτιαγμένες, ανέμπνευστες και τυποποιημένες. Δεν έχω καμμία πρόθεση να κρίνω τους εκπαιδευτικούς αυστηρά για αυτό. Οι πανηγυρικοί λόγοι και οι κάθε τύπου γιορτές, θα ήταν κι εμένα ο εφιάλτης μου, εάν βρισκόμουν να εργάζομαι ως εκπαιδευτικός σε δημόσιο σχολείο. Εξάλλου, δεν πέφτει μόνο σε αυτούς η ευθύνη. Το εκλεκτό κοινό των γονέων, κηδεμόνων, παππούδων, γιαγιάδων, θειάδων και νονών, περιμένει ευλαβικά να δει και να φωτογραφίσει το παιδάκι του ντυμένο Μπουμπουλίνα, Παναγίτσα, Αγγελάκι, ναυτάκι του Αιγαίου ή ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς χωρίς να χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα τη φαντασία του. Με άλλα λόγια, και το επίπεδο των σχολικών εκδηλώσεων αντανακλά την αισθητική μιας ολόκληρης κοινωνίας. Στην περίπτωση των επαρχιών, σαν του Τσιρίγου, την παντελή έλλειψη ανάγκης για ανανέωση. (Τρανή απόδειξη, πως το τελετουργικό των παρελάσεων, της απαγγελίας ποιημάτων και των παραδοσιακών χορών στις πλατείες, επαναλαμβάνεται πανομοιότυπο τουλάχιστον από το 1981, – οπότε ξεκινά και το οικογενειακό μας αρχείο φωτογραφιών- μέχρι σήμερα.)

Φυσικά κανείς δεν μπορεί να σταθεί ενάντια στην ελευθερία μιας κοινωνίας να εκφράζει τη συλλογική της συνείδηση όπως αισθάνεται και όπως μπορεί, από την άλλη, οφείλω να αναφερθώ στις καταπληκτικές εξαιρέσεις που συνάντησα στη «θητεία» μου ως γονιός και να περιγράψω τουλάχιστον μία από αυτές, όχι ως απλά εμπλουτισμένη καλλιτεχνικά απόπειρα αλλά ως ολότελα διαφορετική πρόταση που διδάσκει την γνήσια έκφραση έναντι του τύπου. Πρόταση, που ανάγεται ασφαλώς και σε ολόκληρο τρόπο ζωής.

Το Δημοτικό Σχολείο της Αγίας Πελαγίας έκλεισε το 2010 για να δημιουργηθεί το Εξαθέσιο σχολείο του Ποταμού. Αυτή είναι η άβολη λεπτομέρεια της υπόθεσης, γιατί πάνω σε αυτό το ζήτημα είχαμε βρεθεί απέναντι η γράφουσα και ο Γιώργος Βουλγαρόπουλος, ο δάσκαλος του σχολείου, που επιθυμώ να ανακαλέσω στη μνήμη όσων τον έζησαν μέσα από τη σχέση του με τα παιδιά μας.  Ποτέ όμως, η οποιαδήποτε διαφωνία δε στέκει ικανή να μηδενίσει τη θετική εμπειρία.

Στις γιορτές που έστηνε μαζί με τους μαθητές και τις μαθήτριές του, ουδέποτε θυμάμαι να στήθηκε κάποια σκηνή που να παραπέμπει σε θέαμα, αλλά η αίθουσα ή η αυλή μετατρεπόταν σε έναν φιλόξενο χώρο και οι συμμετέχοντες στην εκδήλωση θεατές και μαθητές, συνδέονταν μεταξύ τους με μια σχέση οικοδεσπότη-φιλοξενούμενου. (Ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι δεν προβλέπονταν ειδικές θέσεις »επισήμων», Δεσποτάδων, σωμάτων ασφαλείας κλπ.) Η ομαδικότητα στον τρόπο εργασίας ανάμεσα σε όλα τα παιδιά του σχολείου και η εμφανής φιλικότητα των μαθητών μεταξύ τους και προς τους δασκάλους, διέλυε κάθε αίσθηση μουσειοποιημένης καλλιτεχνικής επίδειξης. Αντίθετα, κάθε φορά, καταλάβαινες πως τα παιδιά ένιωθαν τι και γιατί το γιόρταζαν, επέλεγαν τον πιο κατάλληλο στην ανάγκη τους τρόπο να το κάνουν, σε πλήρη συνεργασία με τους δασκάλους τους, καθώς κρέμονταν πραγματικά ο ένας από τα χείλια του άλλου.

Συγκεκριμένα παραδείγματα, ήταν η χριστουγεννιάτικη γιορτή που καθίσαμε όλοι γύρω γύρω σε ένα μεγάλο τραπέζι, με φαναράκια και σβησμένα τα φώτα, σερβιριστήκαμε τα γλυκά που είχαν φτιάξει οι μαθητές και τραγουδήσαμε μαζί τους, ακούγοντας προσεχτικά τις διάφορες ιστορίες που είχαν συλλέξει και αφηγούνταν.

Έπειτα, θυμάμαι την πιο συγκλονιστική εθνική γιορτή για την ημέρα της 28ης Οκτωβρίου, η οποία είχε αφήσει συγκινημένους τους περισσότερους, αλλά και κάποιους πραγματικά εκνευρισμένους. Τα μετά από λίγα χρόνια φανερά εκδηλωμένα εθνικιστικά αντανακλαστικά κάποιων παρευρισκομένων, δεν ανέχτηκαν το θέαμα των δύο σχισμένων σημαιών, στερεωμένων πλάι πλάι στον πίνακα: της ελληνικής και της ιταλικής. Ούτε όταν τα παιδιά τραγούδησαν τους παρακάτω στίχους:

Μελαχρινέ Ναπολιτάνε
ο πόλεμος είναι φριχτός
εσύ μαχαίρωσες τον Πάνο
μετά σε σκότωσε κι αυτός

Τώρα κοιμάστε αγκαλιασμένοι
όπως το θέλησε ο Θεός
να `ναι οι λαοί αδελφωμένοι
Μαύροι, λευκοί, ένας λαός

Εσύ στη Νάπολη μπαρμπέρης
κι αυτός ψαράς στο Αιτωλικό
να μάθεις δε θα καταφέρεις
πώς φτάσατε στο φονικό

Σημαίες

Και όμως, τι καλύτερο εφόδιο μπορούσε να δώσει κανείς στα νεαρά βλαστάρια μιας τόσο άγριας και φιλοπόλεμης εποχής που ξημέρωνε ήδη;

Από όλες όμως τις γιορτές και με μεγάλη διαφορά η πιο αγαπημένη, ήταν μια γιορτή για τη λήξη του έτους, το επιστέγασμα της καταπληκτικής σχέσης που είχαν συνάψει τα παιδιά με τον κύριο Γιώργο, την τελευταία χρονιά που τον είχαν δάσκαλο στο νησί.  Στο καλωσόρισμά του, ο κύριος Γιώργος είχε πει κατά λέξη: «Δεν πιέζουμε ποτέ και τίποτε. Δεν πιέζουμε ποτέ και κανέναν. Προσπαθούμε πάντοτε, με όσο το δυνατόν συμβουλευτικό τόνο φωνής που να δηλώνει αγάπη, να δείξουμε στα παιδιά ότι αυτό που κάνουν είναι σωστό ή αυτό που κάνουν είναι λάθος.» Η συνέχεια της εκδήλωσης θα αποδείκνυε ότι ήταν από τους ανθρώπους που δε φοβόταν να εμπιστευτεί τα ίδια του τα λόγια και πίστευε στην ελευθερία και στην πράξη.

 Η ιδέα της γιορτής ήταν απλή όσο και ρηξικέλευθη: τα παιδιά θα έπαιρναν ελεύθερα τον λόγο να εκφράσουν ό,τι ήθελε και είχε ετοιμάσει το καθένα, θα τραγουδούσαν ειδικά φτιαγμένο τραγούδι για να αποχαιρετήσουν τον δάσκαλό τους και θα έπαιζαν δικά τους σκετς εμπνευσμένα από τη σχολική ζωή. Ήταν και η χρονιά που είχε παρθεί η απόφαση για το κατοπινό κλείσιμο του σχολείου, για αυτό και μεγάλο μέρος από τις παρουσιάσεις των παιδιών κουβαλούσε βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Το κλίμα όμως άλλαξε, όταν ξεκίνησε να παίζεται το αυτοσχέδιο σκετς, στο οποίο οι δάσκαλοι είχαν αφήσει εντελώς ελεύθερα τα παιδιά να ετοιμάσουν ό,τι ήθελαν.

Σε λίγο, βλέπαμε μπροστά μας ένα εντεκάχρονο αγοράκι, να φοράει ένα αντρικό σακάκι και να παριστάνει ότι μπαίνει στην αίθουσα μιμούμενο τον δάσκαλό του. Αρχίζει λοιπόν η σάτιρα για την ευαισθησία του κύριου Γιώργου στην καθαριότητα: ρητές εντολές να ανοίγουν τα παράθυρα για να μπαίνει αέρας, να τραβιούνται οι κουρτίνες για να μπαίνει ο ήλιος  και έντονες παρατηρήσεις ενός απηυδισμένου δασκάλου που δεν αντέχει να βλέπει καθημερινά βρωμισμένες τις τουαλέτες. Ανάμεσα σε άλλα, ο πιτσιρικάς στήνει με τους συμμαθητές του στο σκετς την παρακάτω στιχομυθία:

«Κι εσείς τα αγόρια, σας έχω πει, να προσέχετε όταν κατουράτε, να μην πιτσιλάτε παντού. Κατουράμε καθιστοί!  Κα-του-ρά-με κα-θι-στοί!»

Πετάγεται τότε ένας άλλος πιτσιρικάς που παρίστανε τον μαθητή και λέει:

«Μα, κύριε, αν κατουρήσουμε καθιστοί, θα ακουμπήσει στην λεκάνη.»

Για να λάβει την απάντηση:

«Σιγά ρε Γιάννη, τι την έχεις; Δύο μέτρα;»

Εννοείται πως τότε, λυθήκαμε όλοι στα γέλια. Ίσως κάποιος που το διαβάζει αυτό τώρα  σοκαριστεί και αρχίσει μέσα του τα τς τς τς. Όμως, στην βασική  ετούτη ελευθερία έκφρασης και στη στάση του δασκάλου που απέφυγε συνειδητά κάθε λογοκρισία, στήνονται οι γερές βάσεις για μια ζωή αυθεντικότητας μακριά από τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό.

Αν αυτό από θέλουμε τελικά, είναι τα παιδιά μας χαρούμενα, τότε ο κύριος Γιώργος ήταν ένας από τους ανθρώπους που τα βοήθησαν να γίνουν και τον ευχαριστούμε για αυτό.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *