Jacques Lacarrière

Tό Ἑλληνικό Καλοκαίρι, 14

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Όταν λέω ότι ζω από τα βιβλία μου εδώ και εικοσιπέντε χρόνια θέλω να πω ότι, σύμφωνα με την καθιερωμένη έκφραση, ποτέ δεν είχα άλλους πόρους ζωής εκτός από την πέννα μου. Ε, λοιπόν, πέννα σημαίνει ένα πράγμα: να γράφεις. Να γράφεις κατά κύριο λόγο βιβλία, κατόπιν άρθρα, κάποτε και μεταφράσεις. Επίσης εργάστηκα για λογοτεχνικές εκπομπές και έκανα ορισμένες διασκευές για το θέατρο αρχαίων και σύγχρονων έργων. Τα ξεκαθαρίζω όλ’ αυτά για να γίνει αντιληπτό ένα απολύτως βασικό γεγονός: σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια που ταξίδεψα και έμεινα στην Ελλάδα χρειάστηκε πάντα να πληρώνω τα έξοδά μου μόνος μου. Για μένα δεν υπήρχαν ούτε CNRS, ούτε ανώτερες σπουδές, ούτε Ινστιτούτο, Κολέγιο ή οποιοδήποτε Ίδρυμα που να με χρηματοδότησε σε δραχμές ή σε φράγκα.
Υπήρξα συνήθως μοναχικός ταξιδιώτης (έχοντας πάντα βρει στην Ελλάδα τη γυναίκα ή τις γυναίκες χωρίς τις οποίες δεν θα ήξερα πώς να ζήσω, γιατί δεν είναι δυνατόν να πεις ότι αγαπάς μια χώρα χωρίς ν’ αγαπάς τις γυναίκες, ή ανάλογα με τα γούστα, τους άντρες της), και συγγραφέας που τον αποκαλύπτει το έργο του (αφού διάλεξα τα όσα έχω γράψει χωρίς κανέναν εξωτερικό καταναγκασμό, ούτε καν για τις μεταφράσεις). Με δυο λόγια, επειδή ούτε ανήκω σε κάποιον Εκδοτικό Οίκο ούτε μου πληρώνει κανένα Ινστιτούτο τα προς το ζην, η ζωή μου και οι δραστηριότητές μου είναι απολύτως ελεύθερες.
Δεν είμαι μανιακός πανεπιστημιακός μελετητής και ποτέ δεν το θέλησα (έλυσα μια για πάντα αυτό το πρόβλημα, μόλις πήρα το δίπλωμά μου και προτίμησα να φύγω για την Ελλάδα με ωτοστόπ, αντί να κυνηγήσω και γω δεν ξέρω ποια θέση δασκάλου) ούτε επιστήμονας ερευνητής αφού τα βιβλία και τα δοκίμια που δημοσίευσα είναι πάνω απ’ όλα η προσωπική μου αίσθηση και έκφραση και όχι η αντικειμενική μελέτη ενός συγκεκριμένου τομέα γνώσης. Δεν είμαι ούτε ηθοποιός κι ας έχω περάσει χρόνια παίζοντας ελληνικά έργα και δουλεύοντας για το θέατρο. Ούτε δημοσιογράφος είμαι κι ας εργάστηκα συχνά σε εφημερίδες και επιθεωρήσεις, ιδίως μετά τον πόλεμο στο Combat, στο Constellation και στο Caliban, κι ας μου τυχαίνει να γράφω ακόμα για τις λογοτεχνικές σελίδες του Monde, του Nouvel Observateur ή της Quinzaine Littéraire.

Ναι, λοιπόν, είμαι συγγραφέας. Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος από τον καιρό που γεννήθηκα. Σίγουρος, από την άποψη ότι αφιερώνω σ’ αυτό όλη μου την δραστηριότητα, ότι γράφω εδώ και χρόνια, χωρίς να είμαι ωστόσο βέβαιος ότι είμαι ένας συγγραφέας στην ψυχή, όπως λένε. Γιατί και σ’ αυτό ζω στο περιθώριο, έξω απ’ όλους τους λογοτεχνικούς κύκλους που ποτέ δεν συναναστράφηκα, γιατί ποτέ δε με απασχόλησε να είμαι στη μόδα, να είμαι μέσα, απάνω ή κάτω από το ρεύμα και ακόμα λιγότερο ν’ αφήσω οποιοδήποτε ίχνος πίσω μου. Αυτή την πάντοτε κάπως ύποπτη ανάγκη για διασημότητα και μεταθανάτια φήμη, την σκότωσα και αυτήν, με την πιο ψυχαναλυτική έννοια, και δεν μου καίγεται καρφί, όπως έλεγαν κάποτε, αν το όνομά μου είναι γραμμένο με στοιχεία των 6, των 8, των 10 ή των 12 πάνω σε εξώφυλλα και σε εφημερίδες.
Για να συνοψίσουμε, τελικά δεν ξέρω γιατί –δηλαδή για ποιον έκδηλο ή εκφραζόμενο σκοπό– ταξιδεύω στην Ελλάδα εδώ και είκοσι χρόνια, και ακόμα λιγότερο, για ποιον λόγο έγραψα αυτό το βιβλίο, άλλον από το να μοιραστώ αυτό π’ αγαπώ, και όχι για να συντάξω ένα πανεπιστημιακό ή επιστημονικό έργο.

2016.09.03.1. Ζ.Λακαριέρ (2)

Όλ’ αυτά, λοιπόν, απολήγουν στο εξής απλό πρόβλημα: επί είκοσι χρόνια αναγκαζόμουνα –και πάλι αύριο αν ξαναγυρίσω στην Ελλάδα θα αναγκαστώ– να τα βγάλω πέρα μόνος. Στα περισσότερα από είκοσι πέντε ταξίδια που έκανα στην Ελλάδα μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, είναι ζήτημα αν είχα πάνω από δύο με τρεις φορές αρκετά χρήματα για να γυρίσω στην Γαλλία. Αλλ’ αυτά τα προβλήματα σε τελευταία ανάλυση δεν έχουν καμιά σημασία. Απόδειξη ότι ούτε μ’ εμπόδισαν να ταξιδέψω ούτε με ανάγκασαν να γράψω άλλα πράγματα από εκείνα που θέλησα να γράψω. Δεν πέθανα ούτε από την πείνα, ούτε από το κρύο, ούτε από αρρώστια, και κάθε ταξίδι –από τις αβεβαιότητες και τις συμπτώσεις που πάντα το χαρακτήριζαν– μου φαινόταν σαν το πρώτο.
Σ’ αυτή την έλλειψη χρημάτων μάλιστα χρωστώ το ότι γνώρισα την Ελλάδα όπως οι ίδιοι οι Έλληνες (και εννοώ τους Έλληνες του λαού) την ζούνε και την τριγυρίζουνε. Όλα αυτά τα χρόνια τα πέρασα μαζί τους, δίπλα τους και συχνά και στα σπίτια τους. Επιπλέον έχω την τύχη να διαθέτω καλή υγεία, μια ιδιοσυγκρασία χωρικού συνδυασμένη με μία έντονη αγάπη για το απρόβλεπτο, που με κάνουν να προσαρμόζομαι πολύ εύκολα σε όλες τις αλλαγές και να δείχνομαι αδιάφορος για τις υλικές ανέσεις. Ακόμα και σήμερα, αν ήταν να πληρώσω την ομορφιά ή την αλήθεια με τούτο το τίμημα, θα κοιμόμουν στην ύπαιθρο και θα τρεφόμουνα με ελιές όσον καιρό έπρεπε. Είναι ο σκοπός, ο μόνος σκοπός που δεν πρέπει να χάσετε ποτέ από τα μάτια, a fortiori όταν πρόκειται για ταξίδια. Και αυτόν τον σκοπό, έτσι όταν ζεις μέσα στο σώμα σου και στον οργανικό σου χρόνο, αυτή η ζωή, αυτή σταθερή επίκληση της αλήθειας, υπήρχαν πάντα για μένα όταν μπορούσα ν’ απαντήσω την Ομορφιά ή την ομορφιά –κι ας ονομαζότανε Πάτμος, Ύδρα, Αμοργός, Άρτεμις, Βασιλική ή Αγγελική– και στην ανάγκη, σαν τον ποιητή*, να την κάτσω στα γόνατά μου.


* Arthur Rimbaud: «Un soir, j’ai assis la Beauté sur mes genoux. Et je l’ai trouvée amère.»
(Ένα βράδυ, την Ομορφιά κάθισα στα γόνατά μου. Και την βρήκα πικρή.)

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *