Κρίσιμες Business
του Βαγγέλη Πιτσιρίνη

III. «Ξανά, από την αλφαβήτα»

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αν οι τρεις πιο στρεσογόνες καταστάσεις που μπορεί να υποστεί στη ζωή του ένας άνθρωπος  είναι ο θάνατος, το διαζύγιο και η ανεργία, τότε εκείνος μπορούσε  να καυχηθεί πως είχε περάσει μέσα και από τις τρεις. Όταν τον καλούσες να μιλήσει για τα βάσανά του, σπανίως τηρούσε χρονολογική σειρά, μπερδεύοντας έτσι τον συνομιλητή του για το τι προκάλεσε τι. Με σειρά σπουδαιότητας, πάντως, τοποθετούσε πάντα πρώτο το θάνατο της μητέρας του.

Πήγαιναν  ήδη δυο χρόνια που θεωρείτο και επισήμως ορφανός. Όχι, η μητέρα του  δεν αγνοείτο μετά από κάποιο αναπάντεχο συμβάν ή επειδή άνοιξε μια μέρα την πόρτα και χάθηκαν τα ίχνη της. Αντιθέτως, ο θάνατός της επήλθε γαλήνια στο κρεβάτι της, όπου ζάρωνε το γερασμένο κορμί της, στο διπλανό δωμάτιο από το δικό του, πέντε χρόνια μετά από τότε που την έχασε ουσιαστικά λόγω της άνοιας. Σκληρός άνθρωπος πριν από αυτό, η κριτική της στη ζωή του υπήρξε το πριόνι που του έκοβε τα πόδια. Τον πριόνισε καλά όταν παντρεύτηκε, τον πριόνισε όταν χώρισε, ευτυχώς είχε πριονιστεί ήδη και η ίδια όταν τον έδιωξαν από την δουλειά του.

Όσο έζησε όμως με χαμένα τα λογικά της, έγινε ο πιο αγαπητός του άνθρωπος. Τον θεωρούσε αδερφό της και είχε την εντύπωση- που δεν μπορούσε να της την αλλάξει κανείς- ότι οι δυο τους ήταν μικρά παιδιά που ζούσαν στο σπίτι των γονιών τους. Σιγά σιγά όλο αυτό γινόταν διασκεδαστικό. Όντας νοσοκόμος στο επάγγελμα για χρόνια, την φρόντισε καλύτερα και από γιος της και εκείνη του το ανταπέδωσε, καθώς προϊούσης της ασθενείας της, ξεδιπλωνόταν πίσω από τα χρόνια που είχαν σκεπάσει σαν βαριά υφάσματα την ψυχή της, εκείνος ο αρχικός άνθρωπος που είχε υπάρξει κάποτε. Ένας άνθρωπος δροσερός και χαρούμενος σαν γελαστό αεράκι. Για αυτό και όταν πέθανε η γριά, τον άφησε πίσω της ένα ράκος.

Ήταν και που έχανε το αντικείμενο –σαν τα σκυλιά τα γατιά και καθετί που φυλακίζουμε στα σπίτια μας εξαγοράζοντας την αφοσίωσή του- της φροντίδας του. Μία φροντίδα που είχε μείνει μετέωρη από τότε που απομακρύνθηκε από τα παιδιά του. Το διαζύγιο είχε συμβεί χρόνια πριν τα χάσει η μάνα του και εν μέρει, αιτία ήταν και η ίδια. Στη δική του περίπτωση, δεν υπήρξε περισσότερο δράμα από το αληθινό. Η γυναίκα του τον παράτησε παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά και τον άφησε μόνο του με τη γριά. Πώς γίνεται να περιγράψεις την πληγή ενός πολυτραυματία; Είχε χάσει τον άνθρωπο που αγαπούσε, τα παιδιά που είχε γεννήσει, έμενε πίσω με τον άνθρωπο που τον είχε καταστρέψει, για να δουλεύει και να συντηρεί τον διάβολο που έβλεπε μπροστά του και τα αγγελούδια που είχαν χαθεί από τα μάτια του.

Ίσως επειδή ήταν το τελευταίο που τον βρήκε, ήδη τσακισμένο από τα δυο προηγούμενα, η περσινή του απόλυση, πάνω στον χρόνο της μαμάς και την εποχή που ξεκινούσαν τα σχολεία με χίλιες δυο οικονομικές απαιτήσεις από τα παιδιά, έμοιαζε σαν μια καταδίκη εις θάνατον που είχε αναβληθεί ήδη δυο φορές. Τώρα όμως την έβλεπε ολοκάθαρα, με τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη, σαν λαιμητόμο να λαμποκοπάει στον απογευματινό ουρανό και έλεγε μέσα του: αποκλείεται να τη γλιτώσω και πάλι. Παρακαλούνται οι διάολοι και τα δαιμόνια να κατέβουν ομαδόν να με κατασπαράξουν πριν προλάβω να νιώσω το κρύο παράγγελμα και το λεπτό ξυράφι. Και ήρθαν τότε όλα τους, σαν προσευχή που εισακούσθηκε: φθηνό αλκοόλ, απομόνωση, χτίσιμο εαυτού, εγκατάλειψη εγκοσμίων και κοσμιότητας.

Ευτυχώς που κάποτε είχε διαλέξει αυτήν για γυναίκα του. Εκείνη ήρθε μια μέρα, τον βρήκε στα μαύρα του τα χάλια, τον καθάρισε, τον συγύρισε, του έδωσε δύο χαστούκια και ένα ταψί από το γλυκό που αγαπούσε. Θα συνέλθεις, του είπε. Προσπάθησε να βρεις μία δουλειά. Δεν πέφτουν από τον ουρανό, της είπε. Όχι, δεν πέφτουν. Οι δουλειές «τις κάνεις». Δεν σου είπα ψάξε λεφτά. Ψάξε δουλειά. Πάρε το όλο από την αρχή, μάθε ξανά την αλφαβήτα. Μα τι λες; Αυτό που σου λέω. Την επόμενη φορά να αστράφτει εδώ μέσα. Θα φέρω και τα αγόρια.

Τα αγόρια, τα αγόρια. Τι θέλανε από τη ζωή του και αυτά; Και αν όντως τα έφερνε; Έτσι αισθάνεσαι λοιπόν, όταν σου έχει κόψει η λαιμητόμος την καρωτίδα; Μεταφέρεσαι σε έναν παράδεισο που μοιάζει με ίδρυμα αποκατάστασης και σε πιέζουν να σταθείς και πάλι στα πόδια σου; Μα δεν έχω κεφάλι, τους λες. Ψάξε και φόρεσε ένα και πάψε να φέρνεις φθηνές αντιρρήσεις! Τα αγόρια να έρθουν στο αδειανό σπίτι της γιαγιάς, το γεμάτο με τα περιττώματα της ζωής του. Η μαμά τους, παντρεμένη ξανά, σε ρόλο Άγιου Πέτρου. Θα επέστρεφε να ελέγξει την κατάσταση του σπιτιού, να τον εξετάσει από την αρχή στην αλφαβήτα.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες απόγνωσης είναι που ή θα σηκωθείς ή θα τελειώσεις. Δεν έχεις και πολλά να συμβάλεις στο στοίχημα αυτό, απλά περιμένεις να δεις ποιος πλάστηκες. Και όπως αποδείχθηκε, εκείνος ήταν πλασμένος να κουβαλήσει ζωή ακόμα  στην πλάτη του.  Με αφορμή την απειλή πως τα αγόρια θα έφταναν μια μέρα να τον επιθεωρήσουν, άναψαν οι φωτιές στους καυστήρες του και βρήκε τη δύναμη να φανταστεί πώς θα μπορούσε να δουλέψει ξανά. Η απάντηση ήταν ξανά μια γυναίκα. Έστω όχι κανονική, μα γυναίκα, που δήλωνε ευθαρσώς μαζί της ερωτευμένος. Ήταν μια σκούπα ηλεκτρική.

Μια πολύ καλή επαγγελματική σκούπα που βρήκε καταχωνιασμένη στην αποθήκη της μάνας του. Ένα μηχάνημα με ψυχή, η μόνη που τον βοήθησε να φτιάξουν μαζί το σπίτι, σχεδόν να το χτίσουν από την αρχή. Ξυπνούσε το πρωί, την έβαζε στην πρίζα και όργωνε με τις ώρες πατώματα, τοίχους, ντουλάπια, περβάζια, γείσα, παντζούρια, χαλιά. Τραβούσε τη σκόνη και εξαφάνιζε στο θεόρατο στέρνο της τα νέφη του παρελθόντος, τις σκιές της αιωνιότητας και διέγραφε μονοκοντυλιά τα χρέη της ψυχής του και τους ανώμαλους ισολογισμούς. Διέθετε λειτουργία ατμού, χώραγε πέντε κιλά σκόνη και βρώμες, η καταπιόνα της είχε μέγεθος σπηλιάς, από εκείνες που κρατάνε καλά κλεισμένα τα μυστικά μέχρι να λιώσουν.

Η πρώην γυναίκα του έτριβε τα μάτια της όταν είδε το σπίτι. Ούτε ο Άγιος Πέτρος δεν έχει τόσο καθαρό τον παράδεισο. Και ήρθαν και τα αγόρια και καθόλου δεν τα ντράπηκε ή τα φοβήθηκε και έδειξε για πρώτη φορά μετά από χρόνια το πράγμα να στρώνει μες στην ψυχή του και να αισθάνεται γερός και πάλι πηχτά τα ζουμιά στο κεφάλι του. Με τούτη τη σκούπα θα κάνανε δουλειές.  Όχι χρυσές, ούτε μεγάλες. Ήταν εξάλλου ακόμη στην αλφαβήτα. Η γυναίκα του –η πρώην εννοεί- θα τον κάλυπτε μέχρι να επανέλθει. Σημασία είχε να κάνει δουλειές και σε λίγο, όλα θα γίνονταν. Έτσι δε λένε;

Με κύκλωμα γνωριμιών τις φιλενάδες της γριάς, ξεκίνησαν να ανοίγουν τα σπίτια σιγά σιγά. Τον υποδέχονταν βρώμικα και δυσώδη και εκείνος τα παρέδιδε φρέσκα και λαμπερά. Η εικόνα του στο ξεκίνημα, σπαραξικάρδια, ήταν του τελείως ατάλαντου με υπερβάλλοντα συγχρόνως ζήλο. Και όμως, σταδιακά, έδωσε τη θέση της  σε εκείνη  του μάστερ της καθαριότητας. Ακόμα πιο αξιόλογη ήταν η νέα σχέση που ανέπτυξε με τα χρήματα. Δεν ήταν μόνο η διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεσαι με μισθό και στο να αμείβεσαι για μια ολοκληρωμένη χειροπιαστή εργασία, αλλά και η τιμιότητα που αισθάνθηκε να αναδύεται από το μαύρο χρήμα, το δροσερό, το πηγαδίσιο, που έλεγε και ο ίδιος. Αυτό το πάρε τα τόσα σου ευρώ, είναι όλα δικά σου, τα δούλεψες, τα αξίζεις, σε εμπιστεύομαι, όχι μπιλιέτα μεταξύ μας, του άλλαξε προς το γνησιότερο τον τρόπο να αλληλεπιδρά με τους ανθρώπους και απενοχοποίησε κάπως το σχετίζεσθαι διά του δούναι και του λαβείν. Απολάμβανε στην πραγματικότητα τις νέες θεάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μέσα από τα άπλυτα και τον ιδιαίτερο χώρο του καθενός. Όχι όμως με όλους και πάντοτε.

Η πρώτη μεγάλη τρικλοποδιά στην ομαλή πορεία που είχε χαράξει και που έμελλε να τον επηρεάσει συντριπτικά, συνέβη όταν τον κάλεσαν σε ένα παλιό διαμέρισμα κάποιου πρώην σπουδαίου. Ήταν τα παιδιά ενός μεγαλοδικηγόρου που πέθανε κλινήρης σε βαθιά γεράματα. Το διαμέρισμα έμενε απαράλλακτο εδώ και σαράντα χρόνια και τώρα που οι κληρονόμοι επιτέλους είχαν ξεφορτωθεί τον ενοχλητικό ένοικο, βιάζονταν να το πουλήσουν, να το ξεφορτωθούν και εκείνο. Από την αρχή που του έδωσαν το κλειδί για να πάει να το καθαρίσει, κάτι στον τρόπο τους δεν του είχε αρέσει. Ούτε καν να πάνε μαζί του να του δείξουν τα κατατόπια, μια πλήρης αδιαφορία για το καθετί.

Θυμάται πως μπήκε σε ένα παλιό, αρχοντικό οροφοδιαμέρισμα που μύριζε μούχλα και είχε πεσμένο το ηλεκτρικό. Είχε προσπαθήσει για ώρα να τους βρει στο τηλέφωνο μάταια, όταν καταπιάστηκε μόνος του με τους διακόπτες για να επαναφέρει ό,τι μπορούσε. Οι δυο τάσεις επέστρεψαν, η τρίτη, όμως, που κάλυπτε το υπνοδωμάτιο και το wc  δεν επανερχόταν με τίποτε. Αναγκάστηκε να καθαρίσει το wc και όλο το βρωμερό δωμάτιο που είχαν παρατημένο το γεροντάκι -ποιος ξέρει για πόσο καιρό- σχεδόν στα τυφλά. Ακόμα και τα παράθυρα ήταν χαλασμένα, δεν μπορούσε να ανοίξει τίποτε, ούτε για να πάρει αέρα. Εκεί μέσα, λοιπόν, ήταν που η αγαπημένη του, η σκούπα, παρά της ηρωικές της προσπάθειες δεν τα κατάφερε. Ξεψύχησε μέσα στα χέρια του στα σκοτεινά, με ένα θόρυβο σαν κάψιμο και μπούκωμα μαζί. Πήγε αμέσως να τρελαθεί.

Δεν του έφτανε η στενοχώρια του, οι αλήτες, όταν βρέθηκαν για να τους επιστρέψει το κλειδί και για να τον πληρώσουν, αρνήθηκαν να του δώσουν χρήματα, γιατί άφησε λέει το σπίτι μισερό και την άλλη μέρα θα το έδειχναν στον μεσίτη. Μα τι φταίω εγώ, που κανονικά εσείς πρέπει να μου πληρώσετε και τη σκούπα μου, γιατί από δικό σας φταίξιμο ήταν χαλασμένο το ηλεκτρικό. Τι ήθελε να το πει. Για να τον φοβερίσουν, του ορκίστηκαν ότι τα ηλεκτρικά ήταν μια χαρά πριν τα χαλάσει εκείνος και πως αν επέμενε θα του ζητούσαν να τους πληρώσει και από πάνω.

Γδαρμένος σαν κακοποιημένο γατί, γύρισε εκείνο το βράδυ στο σπίτι κατρακυλώντας πέντε πέντε τα στάδια της παλινδρόμησης. Αισθανόμενος πως έχει έρθει πια το τέλος, τηλεφώνησε μέσα στη νύχτα στην πρώην του και ας την σήκωνε από το πλάι του τωρινού της συζύγου. Αυτός θα αυτοκτονούσε, τα παιδιά του θα μένανε χωρίς πατέρα, δεν μπορεί, θα την ενδιέφερε και λιγάκι. Πραγματικά. Αλλιώς δεν θα είχε πάει κι εκείνη αμέσως μέσα στη νύχτα να τον βρει. Με σκυμμένο το κεφάλι διαρκώς κάτω στο πάτωμα, ακουμπώντας με το μισό του σώμα επάνω στην ταλαιπωρημένη σκούπα, είμαι ένας άχρηστος, είμαι ένας καταθλιπτικός, σήμερα θα πεθάνω. Δεν είσαι ένας άχρηστος. Είμαι, κοίτα με, κοίτα. Σε λίγο θα μπορούσα ξανά να σου στέλνω λεφτά, τουλάχιστον στα παιδιά, δικά μου δεν είναι; Βέβαια είναι δικά σου. Ποιος πρέπει να τους στέλνει; Εγώ δεν πρέπει; Δεν χάθηκε ο κόσμος να δεχτείς τη βοήθεια κάποιου άλλου. Χάθηκε ο κόσμος, χάθηκε η σκούπα, χάθηκα εγώ.

Η σκούπα είχε καταδικαστεί από τον ιδιοκτήτη της σε  θάνατο, χωρίς να της δοθεί καν το δικαίωμα να διαγνωστεί ιατρικά. Η πρώην όμως, δρούσε πιο πρακτικώς. Κάτσε πρώτα να δούμε τι έπαθε· μπορεί να μην είναι και τίποτε σοβαρό. Τον σήκωσε με το ζόρι να τη βοηθήσει να ανοίξουν το ηλεκτρικό θηρίο. Σε κάθε ψηλάφηση και ξεκλείδωμα βίδας, ο πόνος του γινόταν πιο γοερός. Όλα είχαν σακατευτεί. Καπνισμένα πλευρά, στραβωμένα φίλτρα, τρυπημένη φυσούνα. Και μέσα στο κάδο μια γεμάτη αηδία από ζαρωμένα κουβαράκια, σαν να ανοίγεις στομάχι ανθρώπου που κατάπιε μια σακούλα κρεμμύδια. Πού την έπαθε την ζημιά; Στο υπνοδωμάτιο. Πώς ακριβώς; Στα σκοτεινά, όταν γύρισα το στρώμα. Και τα ρούφηξε όλα. Όλα ποια; Δεν έχεις δει ποτέ σου ετούτο το χρώμα; Ποιο λες, τούτο το μωβ;

Τα μωβ όταν ίσιωσαν και τινάχτηκαν από την σκόνη τακτοποιήθηκαν σε δεκάδες παχιά ματσάκια. Εξακόσια περίπου χιλιάρικα, μπόρεσαν να σωθούν. Ήξερε να τα κρύβει από τους γόνους του ο παππούς και οι γόνοι ήξεραν, λοιπόν, γιατί τον μισούσαν. Δεν ενδιέφεραν όμως τα προσωπικά τους.

-Σημασία έχει ότι τώρα δε χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτε, το καταλαβαίνεις!

Και έτσι πήρε το πρώτο του φιλί, μετά από πραγματικά πολύ καιρό, ένα φιλί στο μάγουλο, δυνατό και ενθουσιώδες. Τον ταρακούνησε τόσο που για λίγο έφυγε από τον χρόνο εκείνης της νύχτας κάνοντας μια σύντομη πτήση πάνω από τα λιβάδια που άνθιζε κάποτε ο έρωτάς του. Η επιστροφή στην πραγματικότητα τον χτύπησε στο στήθος σκέτη οδύνη. Ό,τι είχε καταφέρει τον προηγούμενο καιρό, μόλις καταστρεφόταν οριστικά.

-Δεν μπορώ, αποκλείεται. Εγώ τώρα αρχίζω να δουλεύω και είπαμε να βρούμε δουλειά, όχι λεφτά.

-Μην είσαι χαζός! Και, βλέποντάς τον κατάχλωμο: έλα, μην πανικοβάλλεσαι!

-Όχι και πάλι όχι! Με κρύο ιδρώτα και ταχυπαλμία επικίνδυνη, που δε σήκωνε περισσότερη πίεση: Να τα πάρετε όλα εσείς και ο άντρας σου! Να τα πάρετε γρήγορα και εμένα να μου φτιάξετε μονάχα τη σκούπα…

 

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *