Jacques Lacarrière

Tό Ἑλληνικό Καλοκαίρι, 07

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Από την Κόρινθο στο Ναύπλιο και από το Ναύπλιο στην Επίδαυρο, το αυτοκίνητό μας ακολουθεί ένα χαοτικό δρόμο όλο λακκούβες απ’ τις βροχές και σαμαράκια, ένα χωματόδρομο οργωμένο από τα κάρα. Πότε πότε, κάνει μία παράκαμψη μέσα από το χωράφι για ν’ αποφύγει ένα λάκκο ή σταματάει για ν’ αφήσει τη μηχανή να πάρει ανάσα. Χωριάτες που σπέρνουν, χωριάτισσες που περπατάνε στο δρόμο έρχονται προς το μέρος μας για ν’ ανταλλάξουμε μερικά λόγια, να μας προσφέρουνε σύκα ή κρύο νερό. Λίγο μακρύτερα, αγρότες θα μας σταματήσουν για να μας δώσουν τυρί και κρασί και για να μιλήσουν μ’ αυτούς τους Γάλλους που είναι οι πρώτοι ξένοι που βλέπουν μετά τον Πόλεμο! Και η αργή πομπή ξαναβάζει εμπρός μέσ’ απ’ τ’ αμπέλια, τις ελιές, τα κυπαρίσσια και τις χαρουπιές. Κίτρινο και άσπρο τοπίο –μεγάλες πέτρες αστράφτουν σαν μάρμαρα μέσ’ απ’ τα χόρτα και τους αγρούς– με τα βουνά της Πελοποννήσου στον ορίζοντα και, πιο κοντά, ακριβώς πάνω από την Επίδαυρο, το όρος Αραχναίον. Έτσι το λέγαν από τα χρόνια του Αισχύλου (και ασφαλώς από πολύ πριν) και για μένα είχε σταθεί το πρώτο από τ’ ατελείωτα μυστήρια της Ελλάδας: αυτό το όνομα που είχε μείνει το ίδιο από τρεις χιλιάδες χρόνια. Στη Γαλλία δεν υπάρχει ούτε μια προεξοχή –από λόφο ως τα ψηλότερα βουνά– που να μην έχει αλλάξει δέκα φορές όνομα από τα χρόνια των Γαλατών. Για να ξαναβρείς το παλιό όνομα θα πρέπει να ψάξεις στ’ αρχεία, να τυραννιστείς με τα τοπωνύμια και ίσως, πίσω από τις φράγκικες, τις ρωμανικές ή τις λατινικές ονομασίες, να ελευθερώσεις τη γαλατική ή την κέλτικη ρίζα. Στην Ελλάδα δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο. Ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος, ο Παρνασσός, η Ίδη, η Δίκτη, ο Άθως, το Αραχναίον είχαν πάντα το ίδιο όνομα. Θαύμα μακροζωίας τη στιγμή που εδώ, περισσότερο κι από τη Γαλλία, αυτός ο τόπος είδε τη μια εισβολή να διαδέχεται την άλλη. Όμως, αδιάφορα από το πέρασμα και την κατοχή των Ρωμαίων, των Βενετών, των Φράγκων και των Τούρκων, τα τοπωνύμια έμειναν ελληνικά*.

2016.07.16.3. (1)

Αυτή την αιωνιότητα των ονομάτων που ρίζωσαν σε τούτη τη γη –ονόματα πιο παλιά κι από την παλαιότερη απ’ τις αιωνόβιες ελιές που βλέπω καθώς περνάμε το δρόμο, στραμπουληγμένες από τους βοριάδες, σκασμένες, πρησμένες, αλλά πεισματάρικες σα χωριάτικο μνημονικό– κανένας τόπος δεν την δείχνει πιο φανερή από τούτη τη γωνιά της γης ανάμεσα στο Ναύπλιο και την Επίδαυρο ή από τούτο το όνομα, το μαγικό για τ’ αυτιά μου, όρος Αραχναίον. Όταν είπα στον οδηγό το όνομα του βουνού κι εκείνος κρατώντας με το ένα του χέρι το τιμόνι άπλωσε το άλλο και μου έδειξε αυτό το φαλακρό βουνό λέγοντάς μου «Αραχναίον» ήταν σαν ο ίδιος ο Αισχύλος, αυτοπροσώπως, να μας οδηγούσε στην Επίδαυρο. Γιατί υπάρχει στον Αγαμέμνονα ένα θαυμάσιο σημείο, που δεν κουράστηκα ποτέ ν’ ακούω έστω και μετά από τόσες παραστάσεις, στο οποίο η βασίλισσα Κλυταιμνήστρα περιγράφει πώς καλπάζουνε οι φωτιές που, από κορφή σε κορφή διασχίζοντας το Αιγαίο και την Ελλάδα, φωτίζουν την ελληνική νύχτα για ν’ αναγγείλουν μέχρι το Άργος την άλωση της Τροίας, που οι φλόγες τους φωνάζουνε νίκη: πρώτη φωτιά στο βουνό Ίδη στην Τρωάδα, ο Βράχος του Ερμή στο νησί Λήμνος, το όρος Άθως, ο Μάκιστος – ο Μεσσάπιος – ο Κιθαιρώνας, τέλος το Αραχναίον.

2016.07.16.3. (2)

Γιατί έτσι αναγγέλλανε άλλοτε τα σπουδαία νέα, με τις φωτιές που ανάβανε από κορυφή σε κορυφή [φρυκτωρίες]. Πρωτόγονη διαδικασία φυσικά, που οι δυνατότητές της ήταν πολύ περιορισμένες. Έπρεπε να συμφωνήσουν εκ των προτέρων για την έννοια αυτού του σήματος (κάποιος γίνεται βασιλιάς, αναγγελία μιας νίκης κ.ά), να διοργανώσουν νυκτερινές και ημερήσιες βάρδιες, να έχουν έτοιμους τους πυρσούς, να κινητοποιούν παρατηρητές σε όρη και σε νησιά. Ο Αγαμέμνων έτσι άρχιζε εξάλλου, νύχτα, κάτω από έναν ουρανό γεμάτο αστέρια: με την κραυγή του φρουρού, που δέκα ολόκληρα χρόνια αγνάντευε από την στέγη του παλατιού για το πύρινο άγγελμα της νίκης. Και υπάρχει, σ’ αυτήν την απλή αρχή, ολόκληρο το συγκεκριμένο όραμα, το ανώφελο αλλά και το συγκλονιστικό όραμα αυτού του τραγικού έργου. Συγκλονιστικό από την προχειρότητα των μέσων που χρησιμοποιούνται αλλά και από την αναμονή την εναγώνια, την ατελείωτη που υπονοείται και τα χρόνια της τυφλής υπακοής μέσα στη νύχτα ενός παλατιού. Και βλέπουμε, απ’ αυτήν την απλή λεπτομέρεια, πόσο η ελληνική τραγωδία δε διστάζει να εκφράσει τις υψηλότερες τραγικές εντάσεις καταφεύγοντας στα πιο συγκεκριμένα και πιο λιτά μέσα. Διαδικασία που ίσως μας κάνει να χαμογελάμε –τόσο μας φαίνεται αρχαϊκή– αλλά σε αντάλλαγμα, όταν ο ύστατος πυρσός φλέγεται επιτέλους στην κορυφή του Αραχναίου, πόσο διαφορετικό δεν είναι το άγγελμα του μηνύματος από ένα απλό τηλεγράφημα του τύπου: ΚΑΤΕΛΑΒΑ ΤΡΟΙΑ ΣΤΟΠ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΣΤΟΠ ΣΩΡΟΣ ΛΑΦΥΡΑ ΣΤΟΠ ΕΛΠΙΖΩ ΣΥΝΤΟΜΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΑΡΓΟΣ ΣΤΟΠ


* Όχι όλα. Η Πελοπόννησος είναι γεμάτη με σλαβικά τοπωνύμια τα οποία παρά την προσπάθεια του επίσημου κράτους για εξελληνισμό και εξαρχαϊσμό αποδεικνύονται ιδιαιτέρως ανθεκτικά. [Σημείωση της Αντιγραφέως]

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *