Super K
της Ελεωνόρας Κουχλούμπερη-Watson
Μέρος 20ο: Πόλεμος

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Διαβάστε εδώ το 19ο μέρος

Περίληψη προηγουμένων:

«Προσοχή παρακαλώ… Ενημερώνουμε όσους από τους επιβάτες επιθυμούν να δειπνήσουν πως το εστιατόριο του πλοίου θα παραμείνει ανοιχτό για δεκαπέντε ακόμη λεπτά. Ευχαριστώ. Λέντης εντ τσέντλεμεν γουή γουντ λάικ του ινφόρμ γιου δατ δε ρεστοράντ γουηλ μπη όπεν φορ φιφτήν μορ μινιτς. Θενκ γιου» ακούστηκε η αναγγελία ενώ το Βιτσέντζος Κορνάρος κάλυπτε περήφανα άλλο ένα μίλι σπάζοντας το προηγούμενο ρεκόρ κατάπλου στο Διακόφτι από Γύθειο κατά τέσσερις ώρες. Στο μεταξύ η ΛΒΔ έχει κηρύξει γενική επιστράτευση και ετοιμάζεται να επιτεθεί στην ΚΟΜΟ.

…………………………………………………..

Ο δεκανέας Ανανέας που υπό το φως των προβολέων μπάζωνε ένα όρυγμα, άφησε προς στιγμήν το λεβιέ του μετασκευασμένου σε τανκ (με δική του πατέντα) ερπυστριοφόρου σκαπτικού του μηχανήματος και γύρισε προς το μέρος του κατάχλωμου Beton André: «Είσαι καλά φιλαράκο;»
«Ναι ρε εντάξει είμαι. Θα με πείραξε το συσσίτιο.»

Ο δεκανέας Ανανέας... άφησε προς στιγμήν το λεβιέ τουσέ τανκ

Ο δεκανέας Ανανέας… άφησε προς στιγμήν το λεβιέ του τανκ

Ο André σκούπισε τα χείλη του κι επέστρεψε στη θέση του. Το ήξερε καλά το οχυρό, ήταν άλλωστε μέλος της αρχιτεκτονικής ομάδας που είχε σχεδιάσει τα οχυρά της αμυντικής γραμμής που διεφύλασσε τη ΛΒΔ από επιθέσεις των νοτίων. Είχε αποφοιτήσει με άριστα από το ΕΜΠ και μετά το μεταπτυχιακό του στην Ιταλία είχε δουλέψει για αρκετά χρόνια στο γραφείο της Ζαχά Χαντίντ μέχρι που αποφάσισε πως δεν ήταν αρκετά τολμηρές για αυτόν οι αρχιτεκτονικές ακροβασίες της Ιρανής αρχιτέκτονος κι επέστρεψε στα Κύθηρα, το νησί που μεγάλωσε*, για να ασχοληθεί με την ανακατασκευή παραδοσιακών τοξωτών αγροτόσπιτων και τη μετασκευή εγκαταλελειμμένων λέστεκων σε ξενώνες. Όπως όμως έλεγε ο ίδιος «Εγώ είμαι άνθρωπος του CAD και όχι άνθρωπος των όπλων», κάτι που εξηγεί γιατί είχε κάνει τρεις φορές εμετό από την ώρα που ντυμένος στο χακί είχε λάβει θέση στο χαράκωμα ΖΧ9R. Ίσως μέσα του να μετάνιωσε που δήλωσε εθελοντής για το μέτωπο – πάντα πλήρωνε πανάκριβα την επιθυμία του να βιώσει τα κτισμένα έργα του.
«Έλα ρε μη ντρέπεσαι φιλαράκο, όλοι φοβόμαστε» του είπε χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη ο Δεκανέας Ανανέας. Ο André κοίταξε γύρω του. Όλοι γνωστοί, φίλοι, συγχωριανοί. Ο φούρναρης, ο φαρμακοποιός, ο χασάπης, ο καφετζής, ο ταξιτζής… Κανένας επαγγελματίας στρατιωτικός, εκτός από τον μονιμά Ανανέα. Πίσω όμως και από το δικό του καθησυχαστικό χαμόγελο κρυβόταν ένα σφίξιμο, το έβλεπες στα μάτια του, το καταλάβαινες από τον τρόπο που έσφιγγε το όπλο του. Κάπου μέσα στο αμπρί ακούστηκε το πνιγμένο αναφιλητό ενός συναδέλφου οπλίτη. Ποιος να ήταν άραγε; «Δεν έχει σημασία φιλαράκο» είπε διαβάζοντας τη σκέψη του ο Ανανέας. «Εδώ δεν έχουμε όνομα, είμαστε απλά στρατιώτες, πιόνια στη διάθεση ενός αόρατου παίκτη πάνω σε μια σκακιέρα που κάποτε την έλεγαν Κύθηρα» είπε καταπλήσσοντας τους πάντες με τη φιλοσοφική του διάθεση.
«Σιγά τον αόρατο. Γ τον λένε τον παίκτουρα και το ξέρουμε όλοι» είπε ο μανάβης.
«Μη λες πολλά γιατί εσύ γκάριζες πρώτος να ισοπεδώσουμε τα Βιαράδικα, να κάψουμε το Μυλοπόταμο, να κάνουμε, να δείξουμε. Σκάσε τώρα και βγες από το χαράκωμα άμα σου βαστάει» ξέσπασε ο φαρμακοποιός και τα πνεύματα άναψαν.
«ΕΕΕΕΕΕ!!!! Ησυχία ρεεεϊιι!!!! Θέλετε να μας έρθει καμιά οβίδα στην κεφάλα;» φώναξε ψιθυριστά ο Ανανέας επιβάλλοντας την τάξη πριν πιαστούν στα χέρια οι επίστρατοι. «Δώστε τα χέρια. Δώστε τα χέρια είπα!!!» Απρόθυμα οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια και η ησυχία επέστρεψε στο χαράκωμα.
Ξαφνικά μια ανατριχιαστική γυναικεία κραυγή ακούστηκε να έρχεται από μακρυά, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. «ΜΑΑΑΑΑΑααααΑΑΑΑΑααααΑΑΝΟΟΟΟοοοοΟΟΟΟΟοοοοοοο»
Αλαφιασμένοι οι στρατιώτες της ΛΒΔ πετάχτηκαν από τις θέσεις τους.
«Ηρεμήστε!» φώναξε ο Ανανέας που τεντώνοντας τα αυτιά του διαπίστωσε ότι η κραυγή ερχόταν από τη ρεματιά των Ντουριανίκων, «και Μάνο, δεν πας στο σπίτι να φέρεις κανένα κατσικάκι να φάμε; Άντε αγόρι μου να ησυχάσουμε με τη δικιά σου σήμερα….»
«Ευχαρίστως αρχηγέ» είπε ο Μάνος και εξαφανίστηκε υπερπρόθυμα μες το σκοτάδι προς τη μεριά της κραυγής.

Πάλι ξαφνικά, μια ανατριχιαστική κραυγή ακούστηκε να έρχεται από πολύ κοντά αυτή τη φορά, σχεδόν δίπλα τους, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας.
«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΓΚΧΧΧΧΧ!!!»
Αλαφιασμένοι οι στρατιώτες της ΛΒΔ ξαναπετάχτηκαν από τις θέσεις τους.
«Παναγία Ιλαριωτισσα! Τι ήταν αυτό;»
«ΟΥΡΓΚΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡ!!!»
«Τελώνια!» φώναξε εντρομος ο χασαπης.
«Ο Σατανάς!» ούρλιαξε ο παπα-Σαμψών.
«Ξενολαός!» αντέτεινε ο σιδεράς.
«Ιλλουμινάτι!» ανέκραξε ο καβοδέτης.
«Σκασμός!» είπε ο δεκανέας Ανανέας. «Δεν είναι σατανάδες, είναι κάτι χειρότερο. Είναι ΚΟΜίτες άτακτοι πολεμιστές, οι πλέον βάρβαροι, άξεστοι και απρόβλεπτοι ένοπλοι βορείως της Σομαλίας»
«Τι κάνετε εκεί πιτσουνάκια μουουου; Ρομαντζάρετε στα χαρακώματααααα;» ακούστηκε ξανά από την άλλη πλευρά της μεθορίου.
«Βρε αμέτε στο διάολο!» τσίριξε ο ηλεκτρολόγος δίνοντας έτσι την αφορμή να ξεκινήσει μια τρομακτική κακοφωνία από άναρθρες κραυγές, ουρλιαχτά, πολεμικά συνθήματα και ιδιαίτερα ανησυχητικές απειλές από τη πλευρά της ΚΟΜΟ.
«Σκάσε ρε βλάκα! Γιατί τους προκαλείς;» σφύριξε μέσα από τα δόντια του ο υδραυλικός στον ηλεκτρολόγο που μόλις είχε διαολοστείλει τους εχθρούς.
«Μα δεν τον άκουσες τι μας είπε;»
«Και τι θέλεις δηλαδή να γίνει; Να μπουκάρει καμμιά διμοιρία από αυτούς τους άγριους εδώ και να μη μείνει ρουθούνι;»
«Ο παππούς μου έλεγε πως στον πρώτο Κυθηραϊκό Εμφύλιο οι Βιαραδιώτες ψήσανε στη σούβλα κι έφαγαν έναν υπολοχαγό του στρατού των Καστρισιάνικων.»
«Πάλι καλά. Ο μπάρμπας μου ο Μιχάλης μού έχει πει πως τον παππού του τον έφαγαν ζωντανό και χωρίς μαχαιροπήρουνα.»
«Λένε πως έχουν μαγικές δυνάμεις και μπορούν και μεταμορφώνονται σε κοράκια.»
«Εγώ είχα δει ένα ντοκυμαντέρ που τους έδειχνε να προετοιμάζονται για μάχη βάφοντας τα σώματά τους μπλε και να αυτομαστιγώνονται για να είναι τσαντισμένοι πριν αρχίσει η μάχη.»
«Αλίμονο σε όποιον φουκαρά πέσει στα χέρια τους, τον περιμένει αργός θάνατος. Τον βασανίζουνε φριχτά ενώ τραγουδάνε και χορεύουν.»
«Είναι και παράφωνοι, αυτό που το πας;»
Ο André ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται αλλά αυτή τη φορά κατάφερε να συγκρατηθεί, δεν είχε μείνει άλλωστε τίποτε άλλο από το συσσίτιο να βγάλει. Η αλήθεια είναι πως όλα αυτά που άκουγε του φαίνονταν πως ήταν ανοησίες, αλλά, όπως και να το κάνουμε το σκοτάδι και η ένταση της αναμονής έκαναν τις προκλήσεις της άλλης πλευράς τρομακτικότερες. Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν το μόνο πράγμα που του φαινόταν ανόητο. Ποτέ του δεν κατάλαβε τις ενδοκυθηραϊκές αντιπαλότητες και παρ’ ότι είχε μελετήσει εμβριθώς την ιστορία των περίπου εικοσιπέντε Κυθηραϊκών Εμφυλίων αδυνατούσε να βρει κάποιον σοβαρό λόγο για τη πρωτοφανή εχθρότητα μεταξύ βορείων και νοτίων, εκτός ίσως από το γεγονός πως οι μεν κατοικούσαν στον βορρά και οι δε στον νότο. Η Ζαχά Χαντίντ, που είχε επισκεφθεί το νησί λίγο πριν πεθάνει, του είχε κάνει μια σιβυλλική δήλωση σχετικά με το ποία πλευρά ήταν η πιο ενδιαφέρουσα: «Σιγά τα αυγά». Ο Andre δεν μπόρεσε ποτέ να βγάλει από το μυαλό του τα λόγια της πρώην εργοδότου του και προσπαθούσε μάταια να αποφασίσει αν αναφερόταν στις ομορφιές του νησιού ή σε μια ντουζίνα αυγά που η διάσημη αρχιτέκτονας είχε αγοράσει από τον Γαλάνη και τη βοήθησε να κουβαλήσει μαζί με άλλα ψώνια ο ίδιος. Κοίταξε προς τον ουρανό. «Ίσως να είναι η τελευταία φορά που βλέπω τα αστέρια» σκέφτηκε και στη συνέχεια εκπλήσσοντας όλους αλλά πρώτα τον εαυτό του και έναν σκορπιό που ετοιμαζόταν να τον κεντρίσει γιατί του πάταγε το πόδι, άρχισε να ψάλλει τον εθνικό ύμνο της ΛΒΔ. Σιγά σιγά άρχισαν να σιγοτραγουδούν και οι υπόλοιποι, όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά, ώσπου σε ένα κρεσέντο πατριωτικής έξαψης σηκώθηκαν όλοι όρθιοι κουνώντας τα όπλα τους και χτυπώντας τα γυμνά τους πλέον στήθη σαν γορίλλες.
«Καθήστε κάτω ρε χαϊβάνια, μη δίνετε στόχο ρε!» Μάταια προσπαθούσε ο δεκανέας Ανανέας να συνετίσει τους στρατιώτες του οι οποίοι πλέον χοροπηδούσαν (όχι και πολύ ρυθμικά) τραγουδώντας το δεύτερο ρεφραίν του ΛουΒουΔίτικου ύμνου.
Και τότε συνέβη το κακό:
Ο Μήτσος ο γιδοβοσκός που συνεπαρμένος είχε βγει από το όρυγμα και έβριζε τους κρυμμένους στο σκοτάδι εχθρούς αισθάνθηκε κάποιον να τον σκουντάει στη πλάτη. Ξαφνιασμένος γύρισε να δει ποιος τον σκουντούσε. Ένα σύννεφο παραμέρισε ευγενικά επιτρέποντας στο σεληνόφως να φωτίσει το τρομακτικό μπλε πρόσωπο ενός Βιαραδιώτη καννίβαλου. Πριν προλάβουν να του λυθούν τα γόνατα εμφανίστηκαν κι άλλοι πέντε με δόρατα στα χέρια. Σε μια σπάνια επίδειξη ευγλωττίας ο Μήτσος άφησε στις επόμενες γενεές της ΛΒΔ τα τελευταία του λόγια. Σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο ιστορίας της Β´ Γυμνασίου είπε: «Κάντε ότι κάνετε και εμείς θα κάνουμε ότι κάνουμε, αλλά εμείς θα το κάνουμε καλύτερα και εσείς θα τα κάνετε πάνω σας. Μπορεί να μου φάτε το συκώτι αλλά θα σας κάτσει στο στομάχι, ώ αχρείοι» Σύμφωνα με τον Μπάμπη τον υδραυλικό που ήταν σχετικά κοντά ο Μήτσος είπε: «Αααααααααααχχχχ!»
Τα τελευταία «χχχχχ» από το περήφανο «Άαααααααααχχχχ!» που πρόλαβε να ξεστομίσει ο Μήτσος πριν τον καλέσουν για δείπνο οι ΚΟΜίτες αντηχούσαν ακόμη όταν ο Ανανέας συνειδητοποίησε πως είχε μείνει μόνος στο χαράκωμα. Άρχισε να επεξεργάζεται ένα σχέδιο διαφυγής που συνίστατο κυρίως στο να το βάλει στα πόδια ουρλιάζοντας, όμως μετά από μια πρόχειρη εκτίμηση της κατάστασης συμπέρανε πως ήταν προτιμότερο να γίνει το κυρίως πιάτο για τους άγριους παρά να αντιμετωπίσει την οργή του Γ και τη φιλοξενία των υπογείων της Εξωδημοτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Στωικά, βάλθηκε να μαζέψει ξανά τους γενναίους του, κάτι που θα έπαιρνε απ’ ό,τι φαίνεται αρκετή ώρα.

Στον νότο τώρα. Στα καφενεία της Χώρας και των Κασιματιάνικων όπως καταλαβαίνετε το κύριο θέμα συζήτησης ήταν η πολεμική αντιπαράθεση ΚΟΜΟ και ΛΒΔ. Όπως καταλαβαίνετε κανένας απλός πολίτης της ΔΜΔ δεν μπορούσε να ξέρει πως η υποτιθέμενη ιταμή πρόκληση της ΚΟΜΟ που είχε προκαλέσει την αντίδραση της Λαϊκής Βορειοκυθηραϊκής Δημοκρατίας ήταν στην πραγματικότητα προβοκάτσια της Δημοκρατίας του Μέσα Δήμου. Φυσικά, ακόμη κι αν το ήξεραν, δεν θα μπορούσαν να φανταστούν πως η ΛΒΔιτες γνώριζαν την αλήθεια και πως απλά έπαιζαν ένα πονηρό γεωπολιτικό παιχνίδι προσβλέποντας στη προσάρτηση της Κυθηραϊκής Ομοσπονδίας και στη συνέχεια επίθεση και κατάληψη της ΔΜΔ. Όσο κι αν μισούσαν όμως οι νότιοι τους βόρειους, οι πρόσφατες επιθετικές προκλήσεις του καντονίου των Βιαραδίκων είχαν εξαγριώσει τους ΔΜΔίτες οι οποίοι πλέον στη συντριπτική τους πλειοψηφία υποστήριζαν τους αχρείους ΛΒΔίτες στη μάχη κατά των άξεστων ΚΟΜΙτών.
Το άλλο θέμα που κυριαρχούσε ήταν φυσικά η απουσία αποτελεσματικής άμυνας της Χώρας. Ήταν πραγματικά εξευτελιστικό τα Βιαραδιώτικα αεροπλάνα να κόβουνε βόλτες φορτωμένα με βόμβες πάνω απο τη Χώρα. Και τι θα είχε γίνει αν τελικά κατέστρεφαν το ιχθυηλεκτρικό εργοστάσιο όπως είχαν απειλήσει πως θα κάνουν; Πως θα ερχόταν μετά τουρίστες στην ΤσιριγοΝτίσνεϋ χωρίς ρεύμα; Τα υφιστάμενα φωτοβολταϊκά που είχαν εγκατασταθεί πάνω στα λέστεκα δεν επαρκούσαν και οι προβλέψεις για άφιξη δεκάδων χιλιάδων Κινέζων τουριστών βρίσκονταν στον αέρα.
Υπήρχε λοιπόν μουρμούρα για την κυβέρνηση και τον Δήμαρχο προσωπικά, όμως χάρη στις μακιαβελικές μεθόδους του δαιμόνιου Μάθιου η οργή των ΔΜΔιτών είχε εκτραπεί προς το πρόσωπο του δύσμοιρου Σούπερ Κασιμάτη, κατά κόσμον Μανώλη Κασιμάτη.
Ο Μανώλης περιφερόταν σαν χαμένος από καφενείο σε καφενείο. Έστηνε αυτί (όχι πως χρειαζόταν) και μαζοχιστικά άκουγε τον λαϊκό εξάψαλμο για τον Ζαβέα, τον άχρηστο πορδέα που όταν η πατρίδα τον χρειάστηκε αυτός τα χρειάστηκε κι έγινε μπουχός. Μια δυο φορές που προσπάθησε δειλά να αντιτείνει πως ο Σούπερ Κασιμάτης είχε προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στη πατρίδα λίγο έλειψε να φάει ξύλο. Στενοχωρημένος στα όρια της κατάθλιψης, απογοητευμένος και θυμωμένος από την αχαριστία των συντοπιτών του, ο Μανώλης σκέφτηκε πως δεν τον χωράει πια ο τόπος και πήρε τη μεγάλη απόφαση: Θα πήγαινε στον βορρά, στη ΛΒΔ και θα έβρισκε την αγάπη του, την Κάθι, που ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν για εκείνον. Θα της εξηγούσε τι είχε συμβεί, θα της τα έλεγε όλα για τον Χαρούπη, την απαγωγή και… Ναι! Θα της απεκάλυπτε τη μυστική του ταυτότητα. Θα έφευγαν μαζί από το νησί για να κάνουν οικογένεια και να ζήσουν ευτυχισμένοι μακρυά από την παράνοια και τον διχασμό. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να βρει τρόπο να φτάσει στο βορρά καθώς τα σύνορα είχαν κλείσει και εκείνος δεν μπορούσε να πετάξει έξω από τον εναέριο χώρο της ΔΜΔ. Ξαφνικά, σε μια έκλαμψη ευφυΐας που θα έκανε ακόμη και τον Πιερ τον Πατέντα να τον συγχαρεί, βρήκε τη λύση (έτσι ήλπιζε τουλάχιστον): Μάζεψε σε μια πλαστική σακκούλα χώμα από ένα μεσαρίτικο χωράφι και την έδεσε καλά ώστε να μην υπάρχουν απώλειες. Φόρεσε την κάπα με το Κ, κρέμασε τη σακκούλα με το χώμα από τη ζώνη του και ροκάνισε ένα παξιμάδι. Αμέσως αισθάνθηκε τις υπερδυνάμεις του να ενεργοποιούνται. Σε δεύτερη σκέψη έφαγε ένα ακόμη παξιμάδι. «Θα το χρειαστώ σκέφτηκε». Απογειώθηκε. Πέταξε πάνω από τον Κάλαμο και κάνοντας μια κλειστή στροφή πέρασε στη συνέχεια πάνω από τη Χώρα. Ακούστηκαν τουφεκιές καθώς κάποιοι εξαγριωμένοι Χωραΐτες που του είχαν στήσει καρτέρι άρχισαν να του ρίχνουν. Ο Σούπερ Κασιμάτης ξαφνικά αισθάνθηκε να γέρνει στο πλάι καθώς το καυτό μολύβι που έμπαινε στη σάρκα του δεν του έκανε κακό, όμως είχε συσσωρευτεί πλέον τόση ποσότητα** που του κατέστρεψε μια για πάντα τη ζυγοστάθμιση. Βλαστημώντας μέσα από τα δόντια και πετώντας με το πλάι, σαν πραγματικός Σούπερ Ζαβέας πλέον, ανέβασε ταχύτητα. Πέρασε ανάμεσα από τη Χύτρα 3 και τη Χύτρα 4, έκανε αναστροφή και μια μια ξαφνική επιτάχυνση έσπασε το φράγμα του ήχου κατευθυνόμενος προς βορράν. Θα δούλευε η πατέντα με το χώμα που κουβαλούσε μαζί του;
«Θα το μάθουμε σύντομα» σκέφτηκε καθώς τα αντιαεροπρικά της ΚΟΜΟ και της ΛΒΔ ταυτόχρονα άρχισαν να βάλλουν εναντίον του.
«Έρχομαιαιαι Κάθιιιιιιιι!!!» ούρλιαξε εν μέσω πυρών ο Σούπερ Κασιμάτης και ένα δευτερόλεπτο αργότερα προσγειωνόταν ανώμαλα σε μια μπαμπακία έξω από τα Τριφυλλιάνικα.
Τα είχε καταφέρει.

«Πουρ Πάβλος» είπε ο πλοίαρχος του Καρντάσιαν κι άναψε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο.

«Πουρ Πάβλος» είπε ο πλοίαρχος του Καρντάσιαν κι άναψε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο.

Την ίδια ώρα που ο Σούπερ Κασιμάτης έφτανε στη ΛΒΔ και περίπου πέντε λεπτά πριν αρχίσει να σερβίρει το Κορνάρος το τρίτο γεύμα στο δρόμο για τα Αντικύθηρα, σε μια πόλη που τη λένε Πυόνγκ Γιάνγκ, σε μια χώρα που τη λένε Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας, ένας τύπος με περίεργο κούρεμα που τον λένε Κίμ πατούσε ένα κουμπί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο υπεύθυνος βάρδιας στο ραντάρ του αεροπλανοφόρου Kim Kardashian του ναυτικού των ΗΠΑ αναφωνούσε:
«Captain! My captain!»
«Τι συμβαινει μαη μπόυ?»
«Οι Κορήανς εκτόψησαν πύραυλος»
«Γουάτ δα φάκ? Γουέαρ πηγαίνει δις πύρκαυλος? Πάει μήπως στο Αμέρικα? Ελπίζω όχι στο Κεντάκυ, είναι σπίτι μου εκεί»
«Νόου μάηκαπτεν. Πάει ντογκρού φορ Κύθηρα»
«Βόρειο ορ νότιο Κύθηρα?»
«Βόρειο»
«Γκάντέμιτ! Μάη φρέντ Πάβλο ιζ δερ»
«Άη αμ σόρρυ του χήαρ δατ»
«Πάρε στο τελέφοουν τον πρόεδρας»
«Γιές σερ»
«Πουρ Πάβλος» είπε ο πλοίαρχος του Καρντάσιαν κι άναψε ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο.

Ο Γ πετάχτηκε από τη θέση του.
«Τι έκανε λέει; Ο Σούπερ Κασιμάτης ΕΔΩ;»
«Μάλιστα αρχηγέ. Έχουμε αυτόπτες μάρτυρες.»
«Τσακιστείτε να τον βρείτε. Τον θέλω ζωντανό».
«Μάλιστα αρχηγέ.»
«Να απογειωθεί η Σούπερ Κατρίν και να ξεκινήσει 24ωρη περιπολία. Μη γυρίσει αν δεν τον βρει.»
«Μάλιστα αρχηγέ.»
«Τον θέλω, καταλάβατε;»
«Μάλιστα αρχηγέ.»
«Εδώ είστε ακόμη;»
Οι δύο πράκτορες της ΕΥΠ εξαφανίστηκαν εν ριπή οφθαλμού. Ο Γ κάθισε στη καρέκλα του η οποία έτριξε.
«Τρίζει η καρέκλα μου» σκέφτηκε ο Γ αλλά έδιωξε αυτή την σκέψη με τις κλωτσιές. Άναψε ένα τσιγάρο και πήρε στα χέρια του το Φως των Σπορ. Πριν προλάβει να δει τη φωτογραφία του μικρού Ρούλη από τα Ντουριάνικα με τη πάνα-βρακάκι στα χρώματα του Ολυμπιακού ήχησε ο συναγερμός. Ο Γ γύρισε προς την οθόνη του ραντάρ που είχε συμπτωματικά κοκκινίσει.
Το τσιγάρο κρεμάστηκε στα χείλη του καθώς το στόμα του άνοιξε διάπλατα κι έχασε το Φως του, αφού η εφημερίδα τού έπεσε από τα χέρια.
«Πύραυλος! Μεγάλος!» αναφώνησε.
Στην οθόνη του κινητού του είδε να γράφεται ένα μήνυμα:
«Κανείς δεν πειράζει φίλους μου. Κιμ»
«Ήρθε το τέλος…» σκέφτηκε ο Γ.
Ήρθε;

https://m.youtube.com/watch?v=7yabeJdv6eQ

Και όμως όχι. Ο Βορειοκορεάτικος διηπειρωτικός πύραυλος είναι αλήθεια πως προσέγγιζε τον στόχο του με μεγάλη ταχύτητα, όμως καθώς πλησίαζε ένα πυκνό σύννεφο μαύρου καπνού αποπροσανατόλισε το σύστημα πλοήγησης. Χαμένος πια ο πύραυλος και μη ξέροντας πού να πάει ακολούθησε ένα θερμικό ίχνος που έπιασε το εφεδρικό του σύστημα και μπουκάρησε στο φουγάρο του Βιτσέντζος Κορνάρος κι από εκεί στο μηχανοστάσιο.
Το εστιατόριο έκλεισε. Με πάταγο.

Στο επόμενο: Ο μάγειρας του Βιτσέντζος Κορνάρος θα γίνει αποδέκτης έντονων παραπόνων ότι παραέψησε τα μπιφτέκια του καπετάνιου.Το νησί φλέγεται. Σούπερ Κασιμάτης – Σούπερ Κάθι – Σούπερ Κατρίν σε μια επική, μέχρις εσχάτων μάχη υπερηρώων. Θα είναι ένα συνηθισμένο επεισόδιο, μην το χάσετε!!!

…………………………….

* Δηλαδή εκεί που μεγάλωσε αυτός, όχι το νησί.

** Οι -καθόλου εκλεκτικοί- μεσσαρίτες κυνηγοί αρέσκονταν να δοκιμάζουν το σημάδι τους σε οτιδήποτε ίπτατο. Οπότε ήδη από τις πρώτες του πτήσεις ο δύσμοιρος Μανώλης άρχισε να συσσωρεύει υποδορίως μολύβι. Αυτός ήταν και ο λόγος που τις ελάχιστες φορές που χρειάστηκε να φύγει από το νησί για κάτι γραφειοκρατικά θέματα προτιμούσε το πλοίο, στο αεροδρόμιο δεν περνούσε ποτέ τον έλεγχο χωρίς να ηχήσει το σκάνερ.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *