Μετά Θάνατον Εικόνες
(Μεγάλη Παρασκευή 2016)

ένα ποίημα του Δημήτρη Κουτραφούρη

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

1 μιλάμε πάντα απ’ τη μεριά των ζωντανών: βρισκόμαστε μέσα στο φως, αρχαίο φως μιας άρρητης επιθυμίας, πλάγιο φως παρηγορητικό, κι ανάμνηση ακαριαίας λάμψης.

(2)

2 η έρημος μάς γέννησε / η έρημος μάς έθαψε, χώμα που φέρνει κι άλλο χώμα. τρίβεται κάποτε κι η πέτρα άμμος ψιλή τρυπάει τα μάτια, τρίβεται κι η ψυχή του ανθρώπου χιλιάδες χρόνια τώρα και μένει η αγάπη. 3 λεπτές ακτίδες απ’ τη στίλβη των μεγάλων βασιλέων, ρωμαϊκά απογέματα κι αρχαία καλοκαίρια, η μέση αίγυπτος, λίγο νερό ανάμεσα στ’ αμπέλια. αν αφεθώ μπορεί να ξαστοχήσω μια στιγμή τον πόθο του θανάτου. 4 αινίγματα κρυμμένα στο χρυσάφι της αυγής: ένα κομμάτι ζωγραφισμένο ξύλο, ήλιος κάτω απ’ τις γάζες, αυτά τα μάτια μιας άλλης όρασης που είδαν πίσω απ’ τις σκιές το νεύμα του θεού. 5 νεκροί που δεν χαθήκανε, και ζωντανοί που είναι από πάντα πεθαμένοι, κι όλοι μαζί σαν όνειρο, ευαίσθητοι κι ανήμποροι στα πάθη της ζωής – κοιμούνται. 6 κοιμούνται ένα θάνατο που όλο απλώνει, ξυπνά πότε-πότε κανείς και πάει στο άγνωστο λευκό, να επιστρέψει / να φωνάξει / να μας πει τη μεγάλη αλήθεια: πως είμαστε ομοιώματα ανύπαρκτων θεών. 7 ίσως ξεφύγει τη σιωπή που τον κρατάει, ίσως αντέξει την πυρακτωμένη έρημο, ίσως γλυτώσει απ’ τους ιερούς κροκόδειλους. μα πώς θα βρει το δρόμο μες στο λαβύρινθο της μοναξιάς του για να γυρίσει πίσω;

(3)

8 η μία μέρα μετά την άλλη / ένας αιώνας μετά τον άλλο, επίπεδη έκταση καιρού και λησμονιά ανθρώπων. δέσμιοι στη γνώση / τη σιγή / την απουσία χρόνου και διψασμένοι αιώνια γι’ αυτό που δεν δροσίζει. 9 η ζωή μας μι’ απροσδόκητη πτύχωση του μεγάλου Ποτέ. κι εμείς εκτοπισμένοι σε μια χώρα δίχως σύνορα, να μας δυναστεύει το παρόν και η συνήθεια. 10 μας γερνάει ο θάνατος των ανθρώπων που δεν αγαπήσαμε όπως τους έπρεπε, ο θάνατος ανθρώπων που δεν τους γνωρίσαμε αληθινά, ο θάνατός τους που είναι και δικός μας. 11 η κάθε ελπίδα μας κι ένας καινούργιος τρόπος ματαιότητας. δεν ανήκουμε στο θάνατο που ξέρουμε, ανήκουμε στο πένθος που αγνοούμε. 12 πού πήγε η αρχαία θάλασσα με τα σμαραγδικά της; έρημος τα τοπία μιας παράξενης ομορφιάς / έρημος οι στιγμές μιας εύθραυστης γαλήνης / έρημος και η τέχνη μας, ψευδώνυμο θανάτου. 13 κάθε μας λέξη και μια μίμηση πάθους, έχω το σώμα του παιδιού που ήμουν κάποτε, κάτω απ’ τη γλώσσα μου, τα πάντα χώμα κι ο ουρανός απόρθητος: αυτό είναι το τέλος της ποίησης –θα πει– το τέλος του ανθρώπου.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *