ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ (1853-1919)

Πέντε επιλεγμένα ποιήματα *

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Γεώργιος Σουρής
με πατέρα κυθηραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε στη Σύρο το 1853 και πέθανε στο Φάληρο το 1919.

Ο Κωστής Παλαμάς τον αποκαλούσε «γόητα ποιητήν». Θεωρήθηκε ως ο «Νέος Αριστοφάνης», εθνικός ποιητής, προτάθηκε μάλιστα το 1906 για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ως άνθρωπος, ο ποιητής που έκανε επί δύο γενεές του Έλληνες να ευθυμούν, «ήταν ολιγόλογος, σοβαρός και μελαγχολικός την όψιν, άκακος ως αρνίον και πρότυπον καλού χριστιανού και οικογενειάρχου». Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι παιδιά, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της, που καθώς «ήταν αδέξιος και ανέμελος» είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας.

katallous

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ
Ω Διογένη κυνικέ, σχίσε μου τα φορέματα…
Με την σπουδήν του σύμπαντος το σύμπαν δεν εννόησα…
Θ’ αυτοκτονήσω, βρε παιδιά… τελείωσαν τα ψέμματα.
Πολλάκις τ’ απεφάσισα, πολλάκις μετενόησα.

Μα τώρα, θα το κάνω
για να σας συγκινήσω…
Δεν θέλω να πεθάνω
χωρίς ν’ αυτοκτονήσω.

Ω φύσις όλη κάλλη,
συ μάγισσα μεγάλη,
πώς θέλεις να πονείς
και δεν αυτοκτονείς;

Γιατί μωρέ πλανήτη,
καρφώθης εδώ πέρα,
και με μακρύ κομήτη
δεν κουτουλάς μια μέρα;

Να λείψουν τόσ’ ανόσια,
να λείψει κάθε γέννα,
κι οικόπεδα δημόσια
και καταπατημένα;

Από σε τι βλέπομε;…
Σούτ, αποστομώσου…
Σε κοιτώ και ντρέπομαι
για λογαριασμό σου.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ,
για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι,
πάντα για σένα κακά θα πώ,
κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.

Όμως συγχώρει τον μισητόν,
πατρίς γλυκεία και τροφοδότις,
κι εις τόσο πλήθος πατριωτών
ας είναι κι ένας μη πατριώτης.

ΠΟΙΟΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ;

Τώρα κοντά ένας μακρύς
και με ψηλό καπέλο
με χαμογέλιο με κοιτά,
κι όπου με δει με χαιρετά,
χωρίς εγώ να θέλω.

Ποιος νάναι; Λέγω και μ’ αυτόν
την μνήμη μου σκοτίζω
και με κοιτά και τον κοιτώ,
και χαιρετά και χαιρετώ,
χωρίς να τον γνωρίζω.

Μην είναι μύωψ σαν κι εμέ
κι ευρίσκεται σ’ απάτη;
Μην είμαστε συμμαθηταί;
Μήπως εφάγαμε ποτέ
μαζί ψωμί κι αλάτι;

Μού είπαν όμως απ’ αυτόν
πως χαιρετιούνται κι άλλοι•
και αν κι εμένα χαιρετά,
κάλπη ο φίλος μελετά
για Δήμαρχος να βάλει.

ΚΑΗΜΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ

Κι εγώ για νύφη λαχταρώ,
μα ναύρω νύφη δεν μπορώ
του γούστου μου ακόμα.

Και δος του κι αρχαιολογώ,
κι αρχαίες νύφες κυνηγώ
να εύρω μες στο χώμα.

Μα τέτοιες νύφες δεν μιλούν,
ούτε το μάτι μού σφαλούν,
κι ούτε γαμπρό γυρεύουν.

Αχ! Τι τα θέλω όλ’ αυτά
τ’ αγάλματα τα λατρευτά,
αφού δεν ζωντανεύουν.

Ω! ας μπορούσε απ’ αυτές
τις νύφες τις καμαρωτές
καμμιά να ζωντανέψει!

Να παύσω ν’αρχαιολογώ,
νύφη αυτή, γαμπρός εγώ…
και ποιος δεν θα ζηλέψει;

Σαν τη Γαλάτεια κι αυτή
να γίνει νύφη ζηλευτή,
μα νάναι και με προίκα.

Κι όλοι τη νύφη να κοιτούν,
και να μην παύουν να ρωτούν
πού διάβολο την βρήκα!

ΜΕΣ ΣΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΝ ΚΟΠΟ

Μες στης ζωής τον κόπο
με σώμα κουρασμένο
ξανοίγω μπρός μου τόπο
με καύκαλα σπαρμένο.

Γελώντας τα πατώ,
τα πιάνω, τα κοιτώ,
τους κάνω τόσα χάδια…
Η μόνη των σοφία
είναι να μένουν άδεια
μες στα Νεκροταφεία.

*  από την έκδοση: Άπαντα τα καλύτερα (Εκδοτική Θεσσαλονίκης) – επιλογή: Στ.Μ.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *