Super K
της Ελεωνόρας Κουχλούμπερη-Watson
Μέρος 2ον: Κάθι (ή Κάθυ)

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος
Διαβάστε εδώ το 3ο μέρος

Περίληψη προηγουμένου:

Ο αδίστακτος Εφραίμ Χαρούπης γνωρίζεται εν πλω προς τα Κύθηρα με τον εφευρετικό Πιέρ Πατέντα (κατά κόσμον Πέτρο Βαρουφάκη)* και καταστρώνουν σχέδιο ώστε να αναλάβουν εργολαβικά την εκτέλεση δημόσιου έργου παραγωγής ενέργειας. Τη συνομιλία ακούει απαρατήρητος ο Μανώλης Κασιμάτης χάρη στις υπερδυνάμεις που απέκτησε από σε μια σειρά συμπτώσεων και αποφασίζει να αναλάβει δράση. Λεπτομέρειες δεν γνωρίζουμε, ίσως γιατί ενδιαμέσως της συναρπαστικής πλοκής έχει πέσει πολύ σάλτσα και γράφτηκαν κάμποσες χιουμοριστικές εξυπνάδες ώστε η συγγραφέας να δικαιολογήσει την υπέρογκη αμοιβή της.
(*Καμμία συγγένεια.)

 Είδαμε λοιπόν το πώς απέκτησε τις υπερδυνάμεις του ο Μανώλης. ( Αν όχι, ξαναπάμε τρέχοντας στο 1ο κεφάλαιο και το βλέπουμε τώρα στο 1ο μέρος)
Όπως και να ’χει, σ’ αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να σας πούμε τι μπορεί και –το κυριότερο- τι ΔΕΝ μπορεί να κάνει ο υπερήρωάς μας (εκτός από το αυτονοήτως αδύνατον, δηλαδή να αποφασίσει αν θα γράφει το όνομά του με όμικρον ή με ωμέγα).

 Μετά από μια μακρά περίοδο εκπαίδευσης με τη βοήθεια του, μέντορά του πλέον, κτηνίατρου Γαβρίλη, ο Μανώλης κατάφερε να ελέγξει τις υπερδυνάμεις του ώστε να φανούν χρήσιμες σε αυτόν και τους συντοπίτες του. Δεν ήταν εύκολο. Προικισμένος όπως ήδη μάθατε με υπεράνθρωπη ακοή, ακούει και μαθαίνει τα πάντα. Μπορεί να ακούσει τον ήχο που κάνει μια ταραντούλα όταν ξύνει τη μύτη της ή τη συγγνώμη μιας υπαλλήλου του ΙΚΑ. Όμως, φευ! Η μόνιμη επίδραση του καταλύτη (του τσίπουρου που ήπιε τη μοιραία εκείνη νύχτα) επιφέρει σύγχυση με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα το καμάρι του νησιού να έχει πλάσει δεκάδες διαφορετικά σενάρια βάσει αυτών που πραγματικά άκουσε. Σε συνδυασμό με τα Τσιριγώτικα γονίδιά του οι πληροφορίες που συλλέγει διαστρέφονται και φορτώνονται με φαντασιοπληξίες όσο περνάει η ώρα με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι πραγματικό και τι όχι. Μια άλλη αδυναμία του, έχει να κάνει με την ικανότητά του να πετάει.

 Ειδικά στο θέμα της πτήσης ο Μανώλης τα βρήκε μπαστούνια καθώς έφαγε τα μούτρα του ουκ ολίγες φορές – και μπορεί μεν να είναι άτρωτος αλλά οι σαβούρες που έτρωγε δεν έπαυαν να είναι επώδυνες. Διότι, όσο αλήθεια κι αν είναι ότι μπορεί να πετάει, μόλις περάσει τα σύνορα με τον Έξω Δήμο, η ικανότητα αυτή χάνεται. Αδιάψευστοι μάρτυρες της πρώτης αποτυχημένης απόπειρας να πετάξει προς τον Κυθηραικό βορρά υπήρξαν οι κάτοικοι των Δοκάνων, με τραγικό δυστυχώς τρόπο: την ημέρα των δέκατων όγδοων γενεθλίων του, ο Γαβρίλης έδωσε επιτέλους το OK και ο Μανώλης ετοιμάστηκε για την πρώτη του πτήση προς τον Ποταμό (το Μποταμό, ύστερα από την ιστορική ιστορική παλινόρθωση της Ελένης Χάρου – Κασιμάτη). Φόρεσε τα καλά του ρούχα, έφαγε ένα ελαφρύ πρωινό και συνάντησε τον Γαβρίλη στο άκρως απόρρητο στρατόπεδο εκπαίδευσης (πιστεύουμε πως είναι ένα χωράφι ιδιοκτησίας του γιατρού κοντά στο Στραπόδι).

 Έκανε μερικές διατάσεις για ζέσταμα, ροκάνισε μια μπουκιά παξιμάδι ενεργοποιώντας έτσι τις υπερδυνάμεις του, φόρεσε το κράνος (ο Γαβρίλης επέμεινε πολύ σε αυτό) και κοίταξε τον γιατρό που φορούσε κίτρινο κράνος ασφαλείας και κρατούσε δύο κόκκινα σημαιάκια (θυμίζοντας λίγο τον Μπομπ τον Μάστορα). Συγκινημένος αυτός του έκανε σήμα με τα σημαιάκια πως είναι ελεύθερος για απογείωση. Ο Μανώλης σήκωσε τη γροθιά του προς τον ουρανό και με ένα «Χόπ!» τινάχτηκε προς τα πάνω. Ήταν μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα. Άνοιξε τη ζελατίνα του κράνους του και ένιωσε με ευχαρίστηση τον καθαρό αέρα στο πρόσωπό του. Άφησε πίσω του τη Χώρα, πέταξε πάνω από το Μανιτοχώρι και το Λιβάδι απαρατήρητος, καλού κακού όμως αποφάσισε να ανέβει στα 3000 πόδια για να μη τραβήξει την προσοχή. Αύξησε την ταχύτητα του. Με ένα πλατύ χαμόγελο πέταξε πάνω από τις Καρβουνάδες. Συνεπαρμένος άρχισε να κάνει ελιγμούς. Με μια απότομη ανύψωση έφτασε στα 15000 πόδια αλλά ελαφρά ντυμένος καθώς ήταν ένιωσε αμέσως τη πτώση της θερμοκρασίας. Βούτηξε λοιπόν το ίδιο απότομα όπως είχε ανέβει σταθεροποιώντας τελικά το ύψος πτήσης στα 2000 πόδια μόνο. Έφερε στο νου του το checklist της διαδικασίας προσέγγισης υπολογίζοντας να ξεκινήσει κάθοδο λίγο μετά τα Αρωνιάδικα ώστε να προσγειωθεί διακριτικά κάπου έξω από τον Ποταμό. Ξαφνικά, το σώμα του άρχισε να τραντάζεται και η οριζόντια ταχύτητά του να πέφτει – τι λέμε;- να καταρρέει πες καλύτερα. Αντίθετα ( αλί! ) η κατακόρυφη αύξανε – τι λέμε;- εκτοξευόταν πες καλύτερα. Οι κραδασμοί έδωσαν τη θέση του σε πλήρη απώλεια στήριξης και ανήμπορος πλέον να κάνει κάτι, έρμαιο της βαρύτητας, προσγειώθηκε άτσαλα και με εκκωφαντικό θόρυβο πάνω στο φέρετρο του μπάρμπα Μαθιού την ώρα της κηδείας του στο νεκροταφείο των Δοκάνων – κάτι που προξένησε τέτοιον τρόμο στους παρευρισκόμενους που δύο ακόμη ηλικιωμένοι που είχαν έρθει να κατευοδώσουν τον εκλιπόντα, τον συνόδευσαν –και πέραν του τάφου- στο στερνό του ταξίδι. Ενός κακού μύρια έπονται, έτσι δεν λένε; Δεν του έφτανε πως είχε γεμίσει μελανιές και γδαρσίματα ή πως είχε σκίσει το καλό του παντελόνι και φαινόταν το σώβρακο του, είχε αποκαλυφθεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο η ύπαρξη ενός ανθρώπου με υπερδυνάμεις στο νησί. Ευτυχώς για τον Μανώλη, το κράνος, η σύγχυση και ένα νέο Πανκυθηραϊκό ρεκόρ που έκανε στο σπρίντ 110 μετ’ εμποδίων, βοήθησαν στο να μην αποκαλυφθεί και η ταυτότητά του. Όταν επιτέλους καταλάγιασε ο θόρυβος και σταμάτησαν οι λιτανείες και οι περιπολίες χωρικών οπλισμένων με καραμπίνες και νεροπίστολα με αγιασμό, δοκίμασε πολλές φορές να πετάξει πάνω από τα σύνορα Βορρά–Νότου. Κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο: Ο Σούπερ Κασιμάτης έπεφτε στη γη σαν πέτρα. Ανήμπορος να βρεί λύση και μετά από εκτενή συζήτηση με τον Γαβρίλη, το πήρε απόφαση κι εγκατέλειψε την προσπάθεια αποκλείοντας πλέον κάθε δράση στον Έξω Δήμο.

Ξαφνικά, το σώμα του άρχισε να τραντάζεται

Ξαφνικά, το σώμα του άρχισε να τραντάζεται

 Τα χρόνια περνούσαν και Μανώλης έγινε άντρας. Τα ειρηνικά Κύθηρα είναι αλήθεια πως δεν του έδιναν και πολλές ευκαιρίες να δείξει τι αξίζει σαν υπερήρωας. Πότε πότε χρειαζόταν να βοηθήσει καμιά γριούλα να κουβαλήσει τίποτα ψώνια, να κατεβάσει κανένα κατσί από κανένα δένδρο, να διώξει κανέναν ελεύθερο κατασκηνωτή από κανένα χωράφι, να ξεκολλήσει κανένα αγροτικό από καμιά λάσπη, τέτοια τιποτένια πράγματα. Μετά τον θάνατο της θείας που τον είχε υιοθετήσει και από μία σύντομη (ως προστάτης οικογενείας) στρατιωτική θητεία, ο φίλος μας προσπάθησε να βγάλει τα προς το ζην και να αποκαταστήσει τις πέντε αδελφές του, έργο τιτάνιο – με όλη τη σημασία της λέξης. Σε αυτό ο Μανώλης στάθηκε τυχερός καθώς η Μυρτώ, η μεγαλύτερη σε ηλικία και μέγεθος αδελφή του άφησε πρόωρα τον μάταιο αυτό κόσμο όταν πνίγηκε προσπαθώντας να καταπιεί ένα ολόκληρο σουβλάκι αμάσητο στη ζωοπανήγυρη των Φρατσίων. ( Προκειμένου να μεταφερθεί για τη κηδεία της, επιστρατεύτηκε περονοφόρο όχημα που παρεχώρησε ευγενικά η πολυεθνική μεταφορική εταιρεία J.G.K. Ltd (πρώην αφοί Τζάννε & Γλυτσού Κασιμάτη Ο.Ε.) και στη συνέχεια κατόπιν συσκέψεως των τοπικών φορέων αποφασίστηκε αντί ταφής να παγιδευθεί το σώμα της μακαρίτισσας με εκρηκτικά και να ανατιναχθεί με ελεγχόμενη έκρηξη στο λατομείο στη Αγία Ελέσσα ). Σαν να μην έφτανε αυτό, ένα μήνα μετά η Ελέσσα, η δεύτερη σε ηλικία και τρίτη σε μέγεθος αδελφή του, εγκατέλειψε τον μάταιο αυτό κόσμο όταν κατά λάθος γύρισε μπρούμυτα στον ύπνο της με αποτέλεσμα να πεθάνει από ασφυξία. Σε μία πιο ευχάριστη νότα, ο Μανώλης κατάφερε να παντρέψει τη αδελφή του τη Βρεττή όταν τη ζήτησε σε γάμο ένας τυφλός αθλητής του σούμο που βρέθηκε στα Κύθηρα για να δει το σπίτι του Lafkadio Koizumi Hern Kasimati στη Χώρα. Με μόνο δύο αδελφές ανύπαντρες να απομένουν ο Μανώλης προς στιγμήν αναθάρρησε – και τα χρόνια περνούσαν μέχρι που η Κατίνα, η πλέον στρυφνή και ανέραστη αδελφή που του έκανε τη ζωή πατίνι, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Οι κακές γλώσσες λένε πως την προηγούμενη της εξαφάνισής της ο Μανώλης αγόρασε μία ολόκληρη παλέτα σακιά τσιμέντο ταχείας πήξεως και ένα πεντόκιλο λαδοπαξίμαδα (που όλοι θυμόμαστε σε τι του χρησιμεύουν). Η εξαφάνιση της Κατίνας πέρασε σε δεύτερη μοίρα καθώς την ίδια μέρα τα νότια παράλια του νησιού χτυπήθηκαν από μυστηριώδες τσουνάμι του οποίου δεν είχε προηγηθεί κάποια σεισμική δόνηση. Θορυβημένη η Μεταξία, η μικρότερη σε ηλικία αδελφή του Μανώλη, ουρλιάζοντας «Θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε!» έφυγε από το νησί προς άγνωστο προορισμό για να επιστρέψει θριαμβευτικά δύο χρόνια αργότερα καθώς είχε χάσει πάνω από 230 κιλά και είχε πιάσει δουλειά σαν μοντέλο της Victoria Secret. Όλοι ανεξαιρέτως οι εργένηδες του νησιού δοκίμασαν τη τύχη τους με την εκπάγλου κάλλους καλλονή και πρώην φακλάνα, όμως έφαγαν πόρτα καθώς η Μεταξία είχε μάτια μόνο για τη μνηστή της, τη Ντέμπορα, μοντέλο κι αυτή και κεντρικό πρόσωπο της καμπάνιας των φορτηγών Scania.

 Πλήρως απαλλαγμένος από τις οικογενειακές υποχρεώσεις πλέον ο ήρωάς μας ήταν ελεύθερος να φτιάξει κι αυτός τη ζωή του. Όμως το εξωτερικό του παρουσιαστικό δεν ήταν αυτό πού ονομάζει η πιάτσα «γκομενομαγνήτης». Να μας επιτρέψετε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «γκομενοδιώχτης» καθώς αυτός δείχνει με ακρίβεια δυστυχώς το πόσο ελκυστικός είναι στις γυναίκες ο Μανώλης. Τη μία και μοναδική φορά άλλωστε που κατάφερε να ρίξει γυναίκα στο κρεβάτι (την κυρα-Τίτσα τη Γκαβή με τ´ όνομα και αυτό μετά από καμιά δεκαριά τσίπουρα) τα πράγματα δεν πήγαν οπως θα ήθελε. Άπειρος και με ερωτική επιθυμία καταπιεσμένη για χρόνια, ο Μανώλης ξέχασε την εκπαίδευσή του και έχασε τον έλεγχο με αποτέλεσμα οι αχαλίνωτες υπερδυνάμεις του να προκαλέσουν σοβαρό τραυματισμό στην περιστασιακή του ερωτική παρτενέρ – η οποία έκτοτε είναι γνωστή με το παρατσούκλι «κυρα-Τίτσα η Γουρλομάτα».
Απογοητευμένος από τη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα ο Μανώλης έφυγε μετανάστης στην Αυστραλία όπου δούλεψε σαν λαντζέρης σε ελληνική ταβέρνα και μετά από μερικά χρόνια γνώρισε κι ερωτεύτηκε την πανύψηλη Τζέσικα. Απόλυτα αμαθής σε ότι αφορά το αντίθετο φύλο ο συμπατριώτης μας δεν απέκτησε ποτέ ξεκάθαρη εικόνα της γυναικείας ανατομίας, κάτι που θα του ήταν χρήσιμο διότι η Τζέσικα μέχρι τα δεκαοχτώ λεγόταν Τζόσουα και ήταν παίκτης του ράγκμπι. Μετά από τρίχρονη αρμονική συμβίωση, κάποια στιγμή που είχανε πιει τριάντα μπύρες στο Falls Creek Alpine Resort, η Τζέσικα δεν άντεξε και εξήγησε στον εμβρόντητο Μανώλη πως οι γυναίκες δυσκολεύονται κατουρώντας να ζωγραφίζουν καρδιές στο φρέσκο χιόνι. Συγκλονισμένος από την εξέλιξη αυτή ο Μανώλης κλείστηκε στον εαυτό του. Επειδή όμως έμπαζε από παντού αποφάσισε να κρυφτεί κάπου που να μην κάνει ρεύμα κι έτσι ακολουθώντας τη συμβουλή ενός συναδέλφου του λαντζέρη από το Βιετνάμ κατέφυγε σε ένα μοναστήρι του Θιβέτ.

SuperK-4-xytres

Το τοπίο στα νότια του νησιού άλλαξε άρδην

 Λίγα γνωρίζουμε για τη σκοτεινή αυτή περίοδο και ξαναβρίσκουμε τον Μανώλη, στα τριανταφεύγα πλέον, ξανά στον τόπο του με ένα μικρό κομπόδεμα –αλίμονο όμως, πιο μόνο από ποτέ. Σαν να μη του έφτανε η προσωπική του δυστυχία, βρήκε το νησί του αγνώριστο και τους ανθρώπους αλλαγμένους. Ποτέ του δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνος, το ήξερε, όμως η νέα κατάσταση του ήταν εντελώς ακατανόητη. Μα τι είχε συμβεί; Ακόμη και το πάλαι ποτέ γαλήνιο τοπίο είχε υποστεί μετάλλαξη κυρίως λόγω των εκτεταμένων δημόσιων έργων που είτε είχαν γίνει είτε βρίσκονταν σε εξέλιξη σε όλο το μήκος και το πλάτος του νησιού. Εμβληματικό παράδειγμα της νέας κατάστασης αποτελούσαν οι Χύτρες, ένα ημιτελές φαραωνικό έργο –πλην όμως «απαραίτητο για την άρση του αποκλεισμού των Αντικυθήρων και την επέκταση της καλλιέργειας Σεμπρεβίβας» – αυτά ήταν τα ακριβή λόγια με τα οποία έπεισε έναν καλοκάγαθο αντικυθήριο δήμαρχο ο Χαρούπης. Το τοπίο στα νότια του νησιού άλλαξε άρδην, οι πωλήσεις καρτ-ποστάλ με τη Χύτρα φυσιολογικά τετραπλασιάστηκαν και μόνιμο debate στις καφετέριες του Μέσα Δήμου ήταν αν θα έπρεπε να προστεθούν κι άλλες Χύτρες – συζήτηση στην οποία ο Μανώλης δεν μπορούσε να συμμετέχει χωρίς να βγαίνει από τα ρούχα του καθώς ο αριθμός των μαυροπετριτών που φώλιαζαν στη Χύτρα και δυσκόλευαν τις πτήσεις του ήδη τετραπλασιάστηκε. Όλοι πια όμως είχαν μπει σε αναπτυξιακό πυρετό. Μόνος πια σύνδεσμος με το παρελθόν ο πιστός, ο μόνος του φίλος, ο μέντοράς του, ο Γαβρίλης Κασιμάτης – κι αυτός γερασμένος, πάντα εκκεντρικός, όμως πιο σοφός από ποτέ και με αμείωτη διάθεση να συμβουλέψει και να κατευθύνει τον αγαθό Σούπερ Κασιμάτη όποτε αυτός το επιθυμούσε. Έ, λοιπόν, αυτό έγινε. Ξαναφόρεσε με συγκίνηση την τιμημένη γιδομάλλινη μπέρτα και βάλθηκε να ξαναβρεί τη φόρμα του σαν υπερασπιστής του Τσιριγώτικου δικαίου, ξεκινώντας άμεσα την πιο σκληρή και πλήρη εκπαίδευση που θα μπορούσε. Καλά μιλάμε, δε φαντάζεστε πόσο σκληρή, ε; Διότι, ο Σούπερ-Κασιμάτης δε μασάει, είναι α-τ-ρό-μ-η-τ-ο-ς. Το μόνο που φοβάται είναι τα έντομα (παιδικό τραύμα από μια φορά πού τον είχανε κάνει τούμπανο οι μέλισσες του παππού του) και φυσικά το αντίπαλο δέος, την Μασκοφόρο Εξωδημότισσα, την Ατσάλινη Ποταμίτισσα, τη Σούπερ Κατερίνα ή (όπως προτιμάει η ίδια αφότου πέρασε ένα καλοκαίρι με τα ξαδέλφια της από την Αυστραλία) την Σούπερ Κάθι (ή Κάθυ).

Η ύπαρξη ενός Μεσαρίτη Σούπερ Ήρωα δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη από τους Τσιριγώτες του Έξω Δήμου. Μη γνωρίζοντας το πώς απέκτησε τις δυνάμεις του, οι πάντα πρακτικοί κάτοικοι του βόρειου τμήματος του νησιού κατέφυγαν στη βοήθεια της επιστήμης προκειμένου να απαντήσουν σε αυτό που αντιλαμβάνονταν ως πρόκληση του νότου. Επιφανείς εξωδημότες επιστήμονες και τεχνικοί εργάστηκαν με αυταπάρνηση νυχθημερόν και μερονυχθόν για να αποκτήσει και ο Bορράς το δικό του υπερήρωα. Στο άκρως απόρρητο υπόγειο εργαστήριο που έστησαν ειδικά για την περίσταση, δημιούργησαν την Σούπερ-Κάθι διασταυρώνοντας γενετικό υλικό από τις πιο όμορφες και έξυπνες κοπέλες της περιοχής. Χρησιμοποιώντας αυξητικές ορμόνες που αγόρασαν από τον αρχίατρο της εθνικής ομάδας άρσης βαρών, κατόρθωσαν να φτάσουν την Κάθι σε ηλικία αντίστοιχη των 25 μέσα σε λίγους μόλις μήνες με ένα μόνο διάλειμμα για τη νηστεία της Σαρακοστής. Είναι εξοπλισμένη με προτελευταίας τεχνολογίας βιονικώς ελεγχόμενους μικροπυραύλους και εξεζητημένα πλην όμως αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας μεταχειρισμένα αμυντικά γκάτζετ δωρεά των στούντιο Pinewood (ευγενική προσφορά των παραγωγών του 007 οι πρόγονοι των οποίων φέρονται να έλκουν την καταγωγή τους από τα Βιαράδικα). Ο εγκέφαλος της συμβιώνει αρμονικά (όχι πάντα) με δύο τετραπύρηνους επεξεργαστές της Intel κι έναν σκληρό δίσκο 100 terabyte. Χάρη σε προσεκτικό προγραμματισμό η Σούπερ Κάθι διαθέτει γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου, το κακό της γούστο στα ρούχα όμως της κόβει πόντους και την κάνει να νιώθει μειονεκτικά. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν υποστηρίζει USB 3 – έχει όμως Bluetooth χάρη στο αρρωστημένο αστείο της Α.Κ., της γκοθούς μοριακής βιολόγου (απογοητευμένης γκόμενας του Π.Κ., του θρυλικού πρώτου και τελευταίου φούρναρη του Προγκίου) η οποία είχε αναλάβει αφιλοκερδώς την οδοντοστοιχία. Στα συν, η αντιρρυπαντική τεχνολογία της Κάθι (Euro 5) επιτρέπει την ελεύθερη είσοδο στον δακτύλιο και την απαλλάσσει από τα τέλη κυκλοφορίας. Επενδύοντας τα ρέστα του budget σε τεχνολογία stealth της έχουν δώσει τη δυνατότητα να πετάει αθέατη από τα ραντάρ. Αποφασίστηκε να της δώσουν διαστάσεις στήθους/μέσης/γοφών 90/60/90, όμως στην τελευταία κρίσιμη εισαγωγή της στον ειδικό θάλαμο διαμόρφωσης (πατέντα του Πιέρ που χρησιμοποιούσαν εν αγνοία του) το δίκτυο της ΔΕΗ ανέβασε στιγμιαία την τάση στα 800 βολτ πριν ξαναπέσει στα συνηθισμένα 140, με αποτέλεσμα αφ’ ενός να καούν όλες οι ηλεκτρικές συσκευές στην περιοχή για πολλοστή φορά και αφετέρου οι ιδανικές αυτές διαστάσεις να στριμωχτούν σε ένα σώμα ύψους μετά βίας 1 και 50 – και αυτό με δωδεκάποντα τακούνια. (Προλαβαίνουμε τα κακεντρεχή σχόλια θυμίζοντάς σας πως δεν είναι σωστό να κρίνουμε ανθρώπους από την εμφάνιση ακόμη κι αν θυμίζουν μπόγο όπως η Κάθι). Στα θετικά ήταν πως είχε αποτριχωθεί πλήρως και είχε αποκτήσει το τέλειο μαύρισμα.

 Εξόπλισε και διακόσμησε προσωπικά το μυστικό της άντρο στο Καλακάθι (εξ’ ου και το καλλιτεχνικό της) που έγινε και το ορμητήριό της. Η ακριβής τοποθεσία του ακόμα και σήμερα παραμένει μυστήριο. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να βρει την μυστική είσοδο που πάντως (διαπιστωμένο από ειδική ανιχνευτική περίπολο βροντόφωνων μεσαριτών κατασκόπων) δεν άνοιγε με το γνωστό «σουσάμι άνοιξέεεεε» -τουλάχιστον όχι αν το έλεγε κανείς με βαριά τσιριγώτικη προφορά.

«ένα φωτεινό καταπράσινο «SK DUTY» φώτισε την ειδική πινακίδα LED»

«ένα φωτεινό καταπράσινο «SK DUTY» φώτισε την ειδική πινακίδα LED»

  Οι πρώτες της εμφανίσεις έγιναν ένα περίπου χρόνο πριν την επανεμφάνιση του Σούπερ Κασιμάτη. Στα πλαίσια των δοκιμαστικών της πτήσεων παραβίασε επανειλημμένα τον εναέριο χώρο του Μέσα Δήμου, έτσι, για την αλητεία. Μετά από επίπονη εκπαίδευση και πολλές δοκιμές ήρθε η ώρα για τη πρώτη της επίσημη αποστολή. Το σήμα που την καλούσε στο Σούπερ Καθίκον (τό’ πιασες;) δόθηκε: ένα φωτεινό καταπράσινο «SK DUTY» φώτισε την ειδική πινακίδα LED – ευγενική χορηγία του Θ.Κ., πετρουνιώτη διπλωμάτη και πρόξενου επί σειρά ετών στην άπω ανατολή- (οι φήμες λένε ότι την σούφρωσε από το Incheon International Airport της Νότιας Κορέας και ότι το αναγραφόμενο SK DUTY απλά αποτελούσε κλαπέν θραύσμα της ledομαρμάρωσης των Duty Free. Η πινακίδα, ακατανόητη και αδιάφορη για την πλειονότητα των τουριστών απεδείχθη τεράστιος μπελάς κάθε 12 Ιουνίου, την Κορεάτικη εθνική ημέρα πεζοπορίας προς Φάρους όταν όσοι ατυχείς κορεάτες τουρίστες ετύγχανε να βρίσκονται στα Κύθηρα μπερδεύονταν κάπως). Anyway…
Το σήμα είπαμε δόθηκε – κι ήταν πρωί του Μάρτη κοντά στη ροδαυγή.

«Από τση γης τα βάθη,
(κάπου στο Καλακάθι),
θα βγει η Σούπερ Κάθι.
Βαστά μικιό καλάθι,
μα εκειός που δε την κάτεχε,
μήτε την επιλάθη,
στο άλλο επεισόδιο
τηράτε τι θα πάθει…»

STAY TUNED.

Διαβάστε εδώ το 3ο μέρος

*Την Ελεωνόρα Κουχλούμπερη -Watson ντύνει ο οίκος Gucci.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *