Αστόχαστα, ανεμπόδιστα κι ειρηνικά
του Δημήτρη Λεβέντη

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Ἡλίῳ δείκνυσι τoὔναρ*.

Ήταν κατά τις δέκα καθημερινά, που ο Κυριάκος έδειχνε στον ήλιο τα όνειρά του. Καθημερινά, γιατί δεν υπήρχε νύχτα χωρίς όνειρα για τον Κυριάκο. Και κατά τις δέκα, γιατί ήτανε άνεργος κι όλες οι ώρες δικές του ήταν, και δέκα ήταν η ώρα η καλή. Ο Άγης ήταν κι αυτός άνεργος. Ήταν πάντα εκεί, για ν’ ακούει τα λόγια από τα όνειρα που έδειχνε ο Κυριάκος στον ήλιο.

Ο ήλιος φώτιζε τα πρόσχαρα όνειρα και τα έκανε ν’ ανθίζουν και τ’ άλλα, που είχαν πίκρα και βαρυγκώμια, τα σκόρπαγε στην ελαφράδα της πεζότητας, ή τ’ απόδιωχνε ανεπιστρεπτί στις εσχατιές της λήθης. Ο Άγης, αν και αμίλητος και εντελώς προσηλωμένος στων ονείρων το φανέρωμα, σάλευε και θορυβούσε, ιδίως όταν τα πράγματα δυσκόλευαν (ρουφώντας ας πούμε τον καφέ του ή ταλαντώνοντας σε υψηλή συχνότητα και με μικρό πλάτος το πόδι, εκεί που ήταν καθισμένος) και ίσως αυτός ήταν ακριβώς ο λόγος που η κατάσταση εξελισσόταν ισορροπώντας, επίφοβα μεν, μα δίχως να κατρακυλά, ούτε απ’ τη μεριά της στομφώδους κατήφειας μα ούτε και από την άλλη, του άνοος χαβαλέ.

Περνούσαν, αν όχι όλη τη μέρα, πάντως πολλές ώρες μαζί. Τα έξοδα (φαΐ, καφέ, κάρτα, ιντερνέτ) βάραιναν τον Άγη ή ακριβέστερα, ανάλωναν κάπως πιο σύντομα το μηνιάτικο έμβασμα, που του έστελναν οι δικοί του από το Ντουμπάι. Ο Κυριάκος δεν είχε πόρους, είχε όμως τύχη, κι η τύχη αυτή του τα είχε φέρει έτσι, που να γνωριστεί και να δέσει με τον Άγη. Του βρίσκονταν χρήματα στη χάση και στη φέξη, όταν περίσσευαν της μεγάλης του αδερφής, που χωρισμένη και με δυο παιδιά, ίσα – ίσα τα έβγαζε πέρα. Όσα του τύχαιναν τά ’τρωγε γρήγορα σε (άχρηστα κυρίως) δώρα για τον Άγη και κεράσματα. Από το πατρικό του είχε φύγει για λόγους που δεν ήθελε καθόλου να συζητάει.

Για κάποιο διάστημα το πήρανε στα σοβαρά και ψάχνανε συστηματικά να βρουν δουλειά, παροτρύνοντας ο ένας τον άλλο. Διαδίκτυο, εφημερίδες, τηλεφωνήματα, τα γνωστά. Σταδιακά, σταμάτησαν να το κάνουν, παροτρύνοντας και πάλι ο ένας τον άλλον. Κατέληξαν, ο μεν Κυριάκος να προσμένει μάλλον κάποια δουλειά να τον βρει, παρά το αντίστροφο, ο δε Άγης, με βαριά καρδιά να πηγαίνει πού και πού σε συνεντεύξεις που του κανόνιζαν φορτικοί συγγενείς και επιφανή (του κώλου) μέλη του κύκλου των γονιών του στην Ελλάδα. Ζούσαν αστόχαστα, ανεμπόδιστα κι ειρηνικά.

Κάποτε ο Άγης βρήκε δουλειά. Ο Κυριάκος δεν δείχνει πια στον ήλιο τα όνειρά του, γιατί όταν συναντά τον Άγη είναι αργά το απόγευμα και το πρωί που ο Άγης λείπει, ο ήλιος είναι ένα σκέτο φως. Όταν βρίσκονται, ο Άγης δεν είναι θορυβώδης και αποτελεσματικός μα κουρασμένος.

Ο Κυριάκος παγιδευμένος, βλέπει καθημερινά το ίδιο όνειρο. Δεν είναι καθόλου καλό.

________________________

* Ηλέκτρα, Σοφοκλή, 424-425

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss