Περί Εθελοντισμού
Παραποιήσεις και αποτιμήσεις ενός κοινωνικού φαινομένου
της Κατερίνας Μαριάτου

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss

Αληθινά χέριαΣε περιόδους και καταστάσεις όπως η σημερινή στη χώρα μας, η σημασία του εθελοντισμού ως τέτοιου, ανέδειξε τους κινδύνους που εμπεριέχονται σε αυτή και οδήγησαν πολλές φορές σε υπονόμευση της ηθικής του αξίας και παραποιήσεις της ίδιας του της φύσης. Τέτοια παραποίηση έχουμε για παράδειγμα, όταν στο όνομα του εθελοντισμού αυτό που πραγματικά συμβαίνει δεν είναι παρά κατάφωρη εκμετάλλευση απλήρωτης εργασίας. Το παράδειγμα του εργοστασιάρχη που μάζεψε κάποιο Σάββατο του εργαζομένους του για να βάψουν ένα κακοποιημένο από βανδαλισμούς κτήριο της Αθήνας, θα μείνει αξεπέραστο. «Όλοι τους», χωρίς καν να αναφερθούν τα ονόματά τους, «συμμετείχαν εθελοντικά στην πρωτοβουλία αυτή», πάσκιζε να πείσει το δελτίο τύπου που διανεμήθηκε σε όλα τα Μέσα. Τότε γιατί δεν έπαιρνε κάποιους φίλους του να κάνουν τη δουλειά, παρά μόνο κάλεσε τους εργαζομένους του; Και αλήθεια, τι περιθώρια άρνησης είχε άραγε ο εργαζόμενος που περιμένει πώς και πώς το Σαββατοκύριακό του, αλλά οι εποχές είναι δύσκολες και «δε ρισκάρεις να δυσαρεστήσεις το αφεντικό»;

Παρομοίως, έτυχε πρόσφατα να παραστώ σε συμβάν ανάμεσα σε εργοδότη και απλήρωτους εργαζομένους, όπου η απάντησή του στο θυμό τους, ήταν πως «η επιχείρηση είναι μια Ιδέα που την υπηρετούμε όλοι και όποιος λιγοψυχάει να κατέβει από το καράβι τώρα, αλλιώς να σιωπήσει για πάντα». Συγκινήθηκα βέβαια, από το ποιητικό και μελοδραματικό του πράματος, πλην όμως, δεν έλαβα ικανοποιητική απάντηση στο εάν η Ιδέα αυτή θα παραμείνει και στη μοιρασιά των κερδών, όταν με το καλό έρθει η ώρα. Οι περιπτώσεις αυτές, θαρρώ πως είναι προφανείς ύβρεις έναντι της ιδέας του εθελοντισμού και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπίζονται και μόνον.

Αντιθέτως, όχι το ίδιο προφανής αλλά εξίσου επικίνδυνη, είναι μια άλλη διαστρέβλωση, η οποία κερδίζει ολοένα περισσότερο χώρο, καμουφλάρεται πονηρά και αναμένεται να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις στο άμεσο μέλλον. Πρόκειται για αυτό που καλώ «ψευδή εθελοντισμό», δηλαδή το κάλεσμα για ανιδιοτελή υπηρέτηση ενός ευγενικού σκοπού, που όμως κρύβει άλλες ανταμοιβές, πλην της χρηματικής. Για παράδειγμα, -ιδέα που διατυπώθηκε από δύο στη σειρά υπουργούς παιδείας- ο διορισμός εθελοντών αναπληρωτών εκπαιδευτικών, με τον όρο να μην λάβουν μισθό αλλά να τους αναγνωριστεί η προϋπηρεσία που στο μέλλον θα εξασφαλίσει, ως επιβράβευση, τον μόνιμο διορισμό τους. Βλέπουμε δηλαδή, πως η ανικανότητα της πολιτείας να θέσει προτεραιότητες και να διοικήσει με δικαιοσύνη στους φόρους και τις παροχές, ενδύεται το περίβλημα της ιδέας του εθελοντισμού, συνυφασμένης με το ιερό της εκπαιδευτικής ανάγκης και προτείνει την περαιτέρω όξυνση των αδικιών και της αναξιοκρατίας.

Το φαινόμενο αυτό αναμένεται να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις, γιατί έχει ως βάση του τον εκβιασμό. Όλοι γνωρίζουμε την αθλιότητα στην οποία έχουν περιπέσει υπηρεσίες και θεσμοί και οι περισσότεροι από εμάς θα κάναμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ώστε η κατάσταση να γίνει καλύτερη. Καθώς λοιπόν, η αποτυχημένη πολιτικά εξουσία μεταθέτει στους πολίτες ολοένα και περισσότερες δικές της ευθύνες, τόσο περισσότερο οι πολίτες αναλαμβάνουν τις ευθύνες αυτές, μη έχοντας άλλη επιλογή –κι εδώ έγκειται ο εκβιασμός- σχηματίζοντας έναν φαύλο κύκλο που καταλήγει σε βάρος των πολιτών. Ο εθελοντισμός παύει να είναι χόμπι και μόδα, γίνεται αναγκαιότητα και τρόπος επιβίωσης.

Ποιος είναι όμως αυτός που θα βάλει τη θέληση και θα δουλέψει τώρα για τον σκοπό που αποφασίζει; Αυτός δεν μπορεί να είναι η ανεύθυνη και αποτυχημένη εξουσία. Οι ευθύνες της πρέπει να επιστρέφονται ως απαιτήσεις, και εδώ σκιαγραφείται το προφίλ του πραγματικού εθελοντή, του σύγχρονου ήρωα που υπάρχει, αυξάνεται και εμπνέει στην Ελλάδα της ατέλειωτης κρίσης.

Αυτός λοιπόν, ο εθελοντής της σημερινής Ελλάδας, δεν είναι χαρούμενος, είναι μπαϊλντισμένος. Δεν φορά διακριτικά t-shirts και καπελάκια, αλλά σέρνεται κουρέλι από την κούραση. Δεν περιμένει από καμιά εξουσία / φορέα να τον φωνάξει˙ έχει τρέξει πρώτος αυτός, έχει συνεργαστεί με άλλους σαν και αυτόν και έχουν μαζί στήσει μικρές και μεγάλες προσπάθειες σε όλη την επικράτεια. Εγκαλεί την πολιτεία για την ολιγωρία της και την ίδια ώρα προσπαθεί να καλύψει εκείνος τα κενά της. Κυρίως, έχει αναλάβει πλέον ο ίδιος και δεν παραχωρεί τη θέλησή του στην εκμετάλλευση κανενός. Αν και έχει προσωπική συνείδηση και ευθύνη, δεν μένει μόνος του, γιατί ευτυχώς σαν και αυτόν υπάρχουν και άλλοι. Νιώθει ηθική ικανοποίηση, αλλά νιώθει τις δυνάμεις του να εξαντλούνται. Αναζητά και άλλους, φωνάζει το άδικο και σιχαίνεται τα επίσημα «μπράβο». Ξέρει, ότι καλύτερα να ήταν αχρείαστος. Και ξεχνάει, ή μάλλον ούτε που προλαβαίνει να του περάσει από το μυαλό, πως είναι Εθελοντής! Είναι πια ο ούτε-μισθοφόρος, ο ούτε-εθελοντής. Είναι ο αυτονόητος -στη δική του συνείδηση- πολίτης, που αν και του αξίζουν δέκα μισθοί, συνεχίζει και χωρίς να παίρνει πια κανέναν.

Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmailrssrss